Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Τα παράδοξα της Κύπρου

Τα παράδοξα της Κύπρου

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις που προέκυψαν μεταξύ διαφόρων φορέων από την εγγραφή 5 φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με κριτήριο εισδοχής τα GCE ή/και μεταγραφή από ξένα πανεπιστήμια εμπεριέχουν προεκτάσεις πέρα από το πολύ συγκεκριμένο ζήτημα. Υπογραμμίζεται ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα συμφωνημένο νομικό πλαίσιο για το ζήτημα αυτό. Το συγκεκριμένο περιστατικό αναδεικνύει πιο σοβαρά ζητήματα αλλά και αντιφάσεις τις οποίες οφείλουμε να αξιολογήσουμε σφαιρικά και ανάλογα.

Η ενδιάμεση συμφωνία/ανακωχή μεταξύ του Υπουργού Παιδείας και του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου ήταν αποτέλεσμα πολιτικών παρεμβάσεων.  Η συμφωνία προβλέπει:

α)      να μην ακυρωθούν οι μετεγγραφές που έχουν ήδη γίνει

β)      να μην διενεργηθούν άλλες μεταγραφές μέχρι να συμφωνηθεί ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο

γ)      η οριστική διευθέτηση του θέματος θα εγκριθεί από τη Βουλή με την ψήφιση σχετικού νομοσχεδίου, το αργότερο μέχρι την επόμενη Άνοιξη.

Επειδή η εγγραφή 5 φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου έγινε χωρίς να τηρηθούν οι αναγκαίες διαδικασίες, υπήρξαν αντιδράσεις και αντεγκλήσεις και έγινε λόγος για αυθαίρετες αποφάσεις και συμπεριφορές του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου.  Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου είχε και έχει το δικαίωμα να προσπαθήσει να διευρύνει το πεδίο απ’ όπου μπορεί να αντλεί φοιτητές.  Αυτό θα πρέπει όμως να γίνει στη βάση συναινέσεων και τελικής συμφωνίας καθώς η πολιτεία έχει και αρμοδιότητα και λόγο στο συγκεκριμένο ζήτημα.  Ως εκ τούτου δεν αποτελεί έκπληξη ότι επικριτές έθεσαν, πέραν της επίκλησης αυθαίρετων ενεργειών, και θέμα λογοδοσίας.

Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι στην περίπτωση που υπήρχε τέτοια απόφαση για εισδοχή φοιτητών με άλλες διαδικασίες έπρεπε να υπάρξει διαφάνεια και σχετική ανακοίνωση ούτως ώστε και άλλοι φοιτητές να μπορούν να διεκδικήσουν θέση στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ισότιμα.  Εν ολίγοις, είναι πολύ σημαντικό να μην υπάρχουν διακρίσεις στις διαδικασίες εισδοχής φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εκ των πραγμάτων λοιπόν τίθεται δυστυχώς και θέμα παραβίασης της αρχής της ισοτιμίας, ενέργεια που συνεπάγεται διακρίσεις.

Ο εκάστοτε Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου πρέπει να είναι ο θεματοφύλακας αξιών, αρχών και των σωστών διαδικασιών.  Το Πανεπιστήμιο Κύπρου λειτουργεί με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο καθώς και με την οικονομική στήριξη του κράτους, δηλαδή των φορολογούμενων πολιτών.  Ως εκ τούτου ενώ το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι αυτόνομο δεν μπορεί να ενεργεί με τρόπο που να δημιουργούνται υπόνοιες ή/και εντυπώσεις για αυθαιρεσίες καθώς και για παραβίαση των αρχών της λογοδοσίας και της ισοτιμίας.

Κάποτε ο Πρόεδρος Βασιλείου σχολιάζοντας διάφορα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα είχε χαρακτηρίσει την Κύπρο ως χώρα του παραδόξου. Το εύστοχο σχόλιο του ισχύει ακόμα και σήμερα. 

Μεταξύ άλλων, ενώ συζητείται σήμερα ένα μοντέλο λύσης του Κυπριακού κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι οι συναινετικές διαδικασίες, παρατηρούνται σε διάφορες εκφάνσεις του δημόσιου βίου και της καθημερινότητας αυθαίρετες και άλλες συμπεριφορές που είναι αντίθετες με το πνεύμα της συναινετικής δημοκρατίας.  Πέραν της ιδιαίτερης περίπτωσης της Κύπρου όπου υπάρχουν σοβαροί εξωγενείς παράγοντες όπως ο επεκτατισμός της Τουρκίας, υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις για τη συγκεκριμένη φιλοσοφία λύσης του Κυπριακού που πηγάζουν από τη συστηματική μελέτη της σύγχρονης βιβλιογραφίας για θέματα ομοσπονδιακών πολιτευμάτων και διακυβέρνησης. Μεταξύ άλλων, η διακυβέρνηση μιας χώρας όταν στηρίζεται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες καθίσταται το ολιγότερο προβληματική καθώς αναπαράγει εθνικιστικές εντάσεις και ενθαρρύνει τα διαιρετικά στοιχεία.  Πέραν τούτου, στο οικονομικό πεδίο είναι αμφίβολο κατά πόσον οι πρόνοιες ενός τέτοιου μοντέλου θα οδηγήσουν σε ένα λειτουργικό και βιώσιμο κράτος.  Πάνω απ’ όλα ένα τέτοιο μοντέλο προϋποθέτει τεράστια αποθέματα υπομονής και διάθεση για συνεχή διαβούλευση, στοιχεία που δεν είναι συνηθισμένα στην Κύπρο.

Το παράδοξο είναι ότι σε πολλές εκφάνσεις του δημοσίου βίου παρατηρούνται συχνά φαινόμενα παράκαμψης θεσμών και διαδικασιών καθώς και αυταρχισμού ακόμα και από υπέρμαχους του μοντέλου της συναινετικής δημοκρατίας. Προφανώς είτε δεν καταλαβαίνουν τι υποστηρίζουν είτε βρίσκονται σε αντίφαση με τον ίδιο τους τον εαυτό.  Δυστυχώς οι έντονες μνήμες, ο ρεβανσισμός και η μεγάλη δυσκολία στη συγχωρητικότητα δεν είναι ξένα προς την κοινωνία μας χαρακτηριστικά. Αναπόφευκτα τα δεδομένα αυτά τείνουν να δημιουργούν περισσότερες επιπλοκές.

Αν μεταξύ μας ως Ελληνοκύπριοι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε με αλληλοσεβασμό και με συναινετικές προσεγγίσεις και διαδικασίες θα μπορέσουμε να το πράξουμε με τους Τουρκοκύπριους (και τους έποικους που θα παραμείνουν); Προφανώς θα είναι σοφότερο να ξεχάσουμε το πολύπλοκο μοντέλο της συναινετικής δημοκρατίας ως βάση για λύση του Κυπριακού. Σε μια χώρα με ένα βεβαρυμμένο ιστορικό παρελθόν αλλά πολύ περισσότερο σε μια κοινωνία όπου εξακολουθούν να υφίστανται αυθαίρετες συμπεριφορές τα αποτελέσματα θα είναι δυσάρεστα.

Για την αποκατάσταση της ενότητας και της ολοκλήρωσης της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, πέραν από την απόσυρση της Τουρκίας, θα πρέπει να αναζητήσουμε ένα ενοποιητικό (integrationalist) ομοσπονδιακό μοντέλο και να ενθαρρύνουμε την προώθηση ενός ελάχιστου πλαισίου κοινών στόχων καθώς και την πνευματική καλλιέργεια, τη μεγαλοψυχία, την αλληλοκατανόηση, τον αλληλοσεβασμό, και την ανοχή.


Top