Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Η οικονομική κρίση και οι ψευδαισθήσεις

Η οικονομική κρίση και οι ψευδαισθήσεις

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Πριν 30 περίπου μήνες η εφαρμογή του Μνημονίου στην Ελλάδα και τα αποτελέσματα παρουσιάζονταν ως success story.  Αυτό αποτελούσε είτε εσκεμμένη επικοινωνιακή τακτική ή καθαρή ψευδαίσθηση.  Όμως το μήνυμα το οποίο εκπορευόταν ήταν ότι και η Κύπρος εισερχόμενη σε Μνημόνιο υπό τις ευλογίες της Τρόικα θα έλυε τα προβλήματα της.  Η πραγματικότητα όμως ήταν αδυσώπητη:  η Ελλάδα βυθιζόταν περισσότερο στην κρίση.  Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος της ήττας των φιλομνημονιακών δυνάμεων στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 και της ανόδου στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ήταν αναμενόμενο να αμφισβητηθεί από τη νέα κυβέρνηση η πολιτική της σκληρής λιτότητας στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Στη διαμάχη Αθηνών-Τρόικα/Θεσμών πέραν των θεμάτων ουσίας υπάρχει και το γόητρο.  Υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εμμονή των Δανειστών στην υφιστάμενη πολιτική οδηγεί στην επιδείνωση της κρίσης όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.  Αποτελεί ύψιστη ψευδαίσθηση ότι η υφιστάμενη οικονομική πολιτική και τα εκπορευόμενα απ’ αυτή μνημόνια επιλύουν προβλήματα.  Αντίθετα τα εμβαθύνουν. 

Ανεξάρτητα από την έκβαση των διαβουλεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Θεσμών/Τρόικα, η απαίτηση των Δανειστών αφ’ ενός για αυξήσεις φορολογίας, μεταξύ των οποίων του ΦΠΑ κατά 10% στο ηλεκτρικό ρεύμα, και αφ’ ετέρου η περαιτέρω μείωση συντάξεων σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια έχασε το 27% του ΑΕΠ της και η ανεργία σήμερα ξεπερνά το 30%, είναι οικονομικά παράλογη και κοινωνικά ανάλγητη.  Ακόμα και να επέλθει η συμφωνία με βάση τη σκληρή λιτότητα τα αποτελέσματα δεν θα είναι θετικά.  Το ζητούμενο είναι η αλλαγή οικονομικής φιλοσοφίας των Θεσμών η οποία αφ’ ενός θα ενθαρρύνει την ανάπτυξη και αφ’ ετέρου την εξυγίανση των οικονομιών των χωρών μελών της Ευρωζώνης.

Επανερχόμενος στην περίπτωση της Κύπρου υπογραμμίζεται ότι τα αποτελέσματα της πολιτικής της Τρόικα ήταν και εξακολουθούν να είναι καταστροφικά.  Η διαπίστωση αυτή δεν παραγράφει ούτε υποτιμά τους ενδογενείς παράγοντες της κρίσης, δηλαδή τις ευθύνες του ευρύτερου πολιτικοοικονομικοκοινωνικού οικοδομήματος (και ιδιαίτερα του τραπεζικού συστήματος) καθώς και τις υπερβολές της ίδιας της κοινωνίας. Αλλά και σήμερα παρά την επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης που παραπέμπει σε βελτίωση των δεδομένων οι πραγματικότητες είναι σκληρές και αδυσώπητες.  Αποτελεί επομένως ψευδαίσθηση και το ότι η Κύπρος δήθεν εξέρχεται από την κρίση. Η ανεργία είναι πιο ψηλή απ’ ό,τι οι αριθμοί δείχνουν καθώς πολλοί άνεργοι δεν εγγράφονται σε καταλόγους ενώ παράλληλα η δημογραφική αιμορραγία συνεχίζεται. Σημειώνεται επίσης ότι η υποαπασχόληση και η μερική απασχόληση είναι δύο ακόμα παράγοντες που τείνουν να κρύβουν το πρόβλημα. 

Το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.  Παρά τις δύο ανακεφαλαιοποιήσεις που έχουν γίνει μέχρι τώρα το τοπίο παραμένει ρευστό και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα νέων ανακεφαλαιοποιήσεων.  Πέραν τούτου είναι προφανές ότι οι τράπεζες λειτουργούν με τρόπο που δεν χαρακτηρίζεται από ευελιξία.

Υπογραμμίζεται ότι είναι μεγάλη ψευδαίσθηση/αυταπάτη να αναμένεται ότι θα αποπληρωθεί το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος κάτω από συνθήκες ύφεσης.

Δυστυχώς όμως η έσχατη πλάνη είναι η προώθηση της ιδέας ότι η λύση του Κυπριακού, με βάση τη συμφωνία Αναστασιάδη-Έργολου ή ακόμα και τις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ, θα οδηγήσει σε σταθερότητα και οικονομική έκρηξη. Τα δεδομένα είναι περίπλοκα και όσοι τα απλοποιούν χωρίς τεκμηριωμένη ορθολογιστική ανάλυση δεν εξυπηρετούν την προοπτική μιας σωστής λύσης.

Επανερχόμενος στην οικονομική κρίση στην Κύπρο υπογραμμίζω ότι η όλη κατάσταση παραπέμπει στην ανάγκη διαφοροποίησης της πολιτικής που ακολουθείται.  Η νέα προσέγγιση απαιτεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο καθώς και συλλογική προσπάθεια.  Η πορεία εξυγίανσης και εξορθολογισμού της οικονομίας σε συνθήκες ανάπτυξης πρέπει να αποτελέσει μονόδρομο.  Μόνο η προώθηση μιας τέτοιας πολιτικής θα εξυπηρετήσει τα πραγματικά συμφέροντα του κυπριακού λαού και ταυτόχρονα είναι δυνατό να εμβολιάσει το ευρύτερο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι με νέες προσεγγίσεις. 


Top