Απόψεις Αναστάσιος Γιασεμίδης Ακτινογραφία της Τουρκικής Οικονομίας

Ακτινογραφία της Τουρκικής Οικονομίας

Ο Αναστάσιος Γιασεμίδης είναι Οικονομολόγος


Η οικονομία της Τουρκίας κατάφερε να επιτύχει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης την τελευταία δεκαετία και το Μάιο του 2013 κατάφερε να αποπληρώσει, νωρίτερα από ότι ήταν προγραμματισμένο, και τα τελευταία δάνεια που είχε παραχωρήσει στη χώρα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όταν αυτή βρισκόταν κοντά στη χρεοκοπία.
 
Σύμφωνα με Τούρκους αξιωματούχους την τελευταία δεκαετία τριπλασιάστηκε το κατά κεφαλή ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Τουρκίας, όμως αυτά τα στοιχεία αφορούν τρέχουσες τιμές. Πρέπει να τονιστεί ότι η Τουρκία είναι μια χώρα της οποίας η οικονομία παρουσιάζει διαχρονικά υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, κοντά στο 7% με 8%. Ως εκ τούτου σε πραγματικές τιμές το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε περίπου κατά 45% επί διακυβέρνησης Ερτογάν, ποσοστό που παραμένει σημαντικά υψηλό.
 
Οι τομείς των κατασκευών, του τουρισμού, της μεταποίησης, της γεωργίας, της βιομηχανίας με την παραγωγή ρουχισμού, ηλεκτρικών συσκευών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων είναι αυτοί που οδήγησαν στην άνθηση της Τουρκικής οικονομίας. Στην ανάπτυξη συνέβαλε επίσης η ενίσχυση του τραπεζικού τομέα και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών καθώς και η αύξηση της ζήτησης σε προϊόντα στη Μέση Ανατολή. Επισημαίνεται, όμως, ότι οι τουρκικές εξαγωγές στην Αίγυπτο μειώθηκαν κατά 30% μετά την ανατροπή του Μόρσι.
 
Η Τουρκία διαθέτει φθηνό νεαρό εργατικό δυναμικό, κάτι που οδήγησε πολλές πολυεθνικές εταιρείες στο να μεταφέρουν στην Τουρκία την παραγωγική τους αλυσίδα, μειώνοντας την κοστολογική τους βάση.
 
Το σοβαρότερο πρόβλημα για την Τουρκική οικονομία είναι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, εφόσον είναι μια καθαρά εισαγωγική χώρα. Το έλλειμμα το 2013 υπολογίζεται κοντά στα €60 δις, δηλαδή 7,2% του ΑΕΠ της χώρας.
 
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε έκθεση του που δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 2013 αναφέρεται στην ανάγκη άσκησης αυστηρότερης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να περιοριστεί το έλλειμμα το ισοζύγιο πληρωμών και η υπερβολική πιστωτική επέκταση. Ο οίκος Fitch σε ανακοίνωση του τονίζει ότι η παρατεταμένη πολιτική αναταραχή θα προκαλέσει καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων.
 
Η ανάπτυξη της οικονομίας το 2013, τουλάχιστο μέχρι το Δεκέμβριο, οφειλόταν κυρίως στην αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης, πυλώνας στον οποίο αναμένεται να βασιστεί η οικονομία και το 2014, και στις επενδύσεις του δημόσιου τομέα.
 
Λόγω της διάρθρωσης της Τουρκικής οικονομίας οποιαδήποτε αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγής προϊόντων για εξαγωγή, οδηγεί συνήθως σε πιο ψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αφού πρέπει να εισαχθούν πρώτες ύλες και καύσιμα. Χαρακτηριστικά, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας αν δε λάβουμε υπόψη τις εισαγωγές σε καύσιμα μειώνεται στο 0,9% του ΑΕΠ το 2013 από το 7,2% που είναι το συνολικό.
 
Το εξωτερικό χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ από 75% το 2012 σε 36% το 2013, όμως το εξωτερικό ιδιωτικό χρέος, δηλαδή τα ποσά που δανείστηκαν ιδιωτικές εταιρείες και τραπεζικά ιδρύματα,  αυξήθηκε έξι φορές στην ίδια περίοδο.
 
Ο ιδιωτικός τομέας προχώρησε σε εξωτερικό δανεισμό σε αμερικανικά δολάρια, κάτι το οποίο δημιουργεί σημαντικούς συναλλαγματικούς κινδύνους. Με τη συνεχή υποτίμηση της αξίας της τουρκικής λίρας οι υποχρεώσεις, οι οποίες παραμένουν σε δολάρια, αυξάνονται.
 
 Η πτώση της τουρκικής λίρας
 
Η πτώση της τουρκικής λίρας ξεκίνησε το Μάιο του 2013 όταν η κεντρική τράπεζα της Αμερικής (FED) αποφάσισε να μειώσει σταδιακά  τα έκτακτα μέτρα νομισματικής τόνωσης και ενίσχυσης της Αμερικάνικής οικονομίας με την αγορά ομολόγων. Χαρακτηριστική ήταν και η δήλωση της διευθύντριας του ΔΝΤ ότι αυτή η απόφαση θα οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε αχαρτογράφητα νερά. Ως αποτέλεσμα υπήρξε η προοπτική περιορισμού παγκοσμίως της διαθέσιμης ρευστότητας και προσδοκίες για μεγαλύτερες αποδόσεις στις ΗΠΑ, οδηγώντας πολλούς επενδυτές εκτός αναδυόμενων αγορών όπως είναι η Ινδία και η Τουρκία , οι οποίες και οι δύο είδαν τα εθνικά τους νομίσματα να σημειώνουν σημαντική μείωση.
 
Η Κεντρική τράπεζα της Τουρκίας υιοθέτει, με βάση πολλούς αναλυτές, ανορθόδοξες πρακτικές για αναχαίτιση της πτώσης της αξίας  του εθνικού νομίσματος. Διοχετεύει στην αγορά, από τα αποθέματα που διαθέτει, δολάρια ώστε να αυξήσει την προσφορά τους και να μειώσει την αξία τους. Σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οίκων το Δεκέμβριο διοχέτευσε $15 δις ενώ τον Ιανουάριο θα ρίξει στην αγορά άλλα $6 δις. Τα καθαρά εναπομείναντα αποθέματα της Κεντρικής Τράπεζας σε ξένο νόμισμα έχουν περιοριστεί κάτω από τα $40 δις κάτι που καθιστά την πρακτική που υιοθετεί επισφαλή.
 
Το ύψος των επιτοκίων
 
Βασικό εργαλείο περιορισμού της μείωσης της αξίας του εγχώριου νομίσματος αποτελεί η αύξηση των επιτοκίων. Όμως, τόσο η κυβέρνηση Ερτογάν όσο και η Κεντρική Τράπεζα εφαρμόζουν πολιτικές διαδοχικών μειώσεων των επιτοκίων σε μια προσπάθεια διατήρησης των υψηλών ποσοστών ανάπτυξης. Ουσιαστικά, παραμένουν προσηλωμένοι στη συνεχή ώθηση της ανάπτυξης χωρίς να λαμβάνουν ουσιαστικά μέτρα περιορισμού των υψηλών ποσοστών πληθωρισμού. Η πίεση, όμως, για αύξηση των επιτοκίων αυξάνεται.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το ποσοστό πληθωρισμού σε πολλές περιπτώσεις είναι υψηλότερο από τα καταθετικά επιτόκια. Αυτό ουσιαστικά αποτελεί αντικίνητρο για αποταμιεύσεις εφόσον εάν τα κεφάλαια επενδυθούν, μόνο από την αύξηση τιμών λόγω πληθωρισμού τα κέρδη θα είναι μεγαλύτερα από τον πιθανό τόκο εισπρακτέο. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του ΔΝΤ ότι η χώρα δε διαθέτει μεγάλο καταθετικό απόθεμα, αφού οι αποταμιεύσεις από 25% του ΑΕΠ τη δεκαετία του 1990 μειώθηκαν σε 14% σήμερα.
 
Αυτό που συνεπάγεται με βάση τα πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη το τι συνέβηκε σε άλλες αναδυόμενες αγορές, όπως η Βραζιλία, είναι ότι η αύξηση των επιτοκίων πρέπει να είναι ουσιαστική. Όμως κάτι τέτοιο θα έχει και θετικές και αρνητικές συνέπειες. Από τη μια η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να περιορίσει τις απώλειες στην αξία της τουρκικής λίρας και κατ΄ επέκταση να περιορίσει τις ζημιές στις εταιρείες που έχουν χρέος σε δολάρια αλλά από την άλλη μειώνει την πρόσβαση των εταιρειών αλλά και των πελατών τους σε φθηνό τοπικό δανεισμό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ αποτελεί ο κατασκευαστικός τομέας κάτι τέτοιο θα περιορίσει τις πωλήσεις κατοικιών και κατ’ επέκταση θα επιβραδύνει την ανάπτυξη.
 
Είναι σημαντικό επιπλέον να τονιστεί ότι στο σκάνδαλο διαφθοράς εμπλέκονται δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την έκδοση πολεοδομικών αδειών. Αυτό θα περιορίσει τη δυνατότητα νέων εγκρίσεων με όλες τις αρνητικές συνέπειες στον κατασκευαστικό τομέα.
 
Από το Μάιο, που ήταν το υψηλότερο ποσό, μέχρι το τέλος του 2013 οι ξένες επενδύσεις σε κρατικά τουρκικά ομόλογα μειώθηκαν περίπου κατά 30% ενώ σε μετοχές τουρκικών εταιρειών κατά 33%, με το δείχτη του χρηματιστηρίου αξιών της Τουρκίας να παρουσιάζει σημαντική πτώση. Η έξοδος κεφαλαίων αποτελεί αποτέλεσμα τόσο των αποφάσεων της FED όσο και της πολιτικής αστάθειας, υπενθυμίζοντας τις διαδηλώσεις νωρίτερα το 2013.
 
Οι προκλήσεις για την Τουρκική οικονομίας
 
Σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό οικονομικών μεγάλη πρόκληση για τη χώρα αποτελεί η χρηματοδότηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, προβλέποντας μια πιο μετριοπαθή ανάπτυξη και αναγκαίες προσαρμογές στην ισοτιμία, στον πληθωρισμό και στους μισθούς.
 
Επιπλέον του ελλείμματος η Τουρκία καλείται να αναχρηματοδοτήσει ομόλογα πέραν των $160 δις που λήγουν το 2014, όμως κάτι τέτοιο είναι διαχειρίσιμο εφόσον η χώρα, μπορεί μεν σε υψηλότερο κόστος εφόσον οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν, συνεχίζει να έχει πρόσβαση στις αγορές. Φυσικά οίκοι αξιολόγησης όπως οι Fitch προειδοποίησαν ότι θα προχωρήσουν σε υποβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας αν η πολιτική αστάθεια συνεχιστεί.
 
Η Τουρκία διαθέτει ένα ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα το οποίο κατάφερε να αντλήσει σημαντικά ισλαμικά κεφάλαια, καλά ανακεφαλαιοποιημένο, με προς το παρόν μικρό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων και πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου. Επιπλέον συγκεκριμένη κρατική τράπεζα αποτελεί τη διέξοδο του Ιράν για πωλήσεις υδρογονανθράκων με ράβδους χρυσού ως αντίτιμο. Αντιμετωπίζει όμως σημαντική έκθεση σε συναλλαγματικούς κινδύνους, ειδικά όσον αφορά το δολάριο. Επιπρόσθετα οι ισολογισμοί των ιδιωτικών εταιρειών παραμένουν ισχυροί, με πολλές τουρκικές εταιρείες να αποτελούν μέρος συγχωνεύσεων και εξαγορών, αν και η υποτίμηση της λίρας αναμένεται να αυξήσει τις υποχρεώσεις τους προς ξένους δανειστές.
 
Η οικονομία της Τουρκίας παρουσίασε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, όμως είναι ευάλωτη σε ενδεχόμενο φυγής ξένων κεφαλαίων και έχει σημαντικές προκλήσεις να αντιμετωπίσει όπως η διακύμανση της ισοτιμίας της λίρας, το αυξημένο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τον εξωτερικό δανεισμό και το υψηλό ποσοστό πληθωρισμό.

Top