News Politics ΟΗΕ: Ανησυχητική αντίδραση στην Κύπρο προς τους πρόσφυγες

ΟΗΕ: Ανησυχητική αντίδραση στην Κύπρο προς τους πρόσφυγες

Η αντίδραση ορισμένων χωρών έναντι των προσφύγων είναι πολύ ανησυχητική και τέτοιες ανησυχητικές τάσεις παρατηρούνται και στην Κύπρο, ανέφερε σήμερα η Επικεφαλής της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στην Κύπρο, Κάτια Σάχα, σημειώνοντας πως η συζήτηση γύρω από το θέμα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

Η κ.Σάχα, που μιλούσε στο Δημοτικό Μέγαρο Λεμεσού κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του προγράμματος ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών στις τοπικές κοινωνίες "Λεμεσός, μια πόλη ο κόσμος όλος", ανέφερε πως, την ώρα που πολλές κοινωνίες είναι φιλόξενες, πολλές άλλες διακατέχονται από μια δυσπιστία ή φόβο για τους ξένους που ζουν ανάμεσά τους.

"Τέτοιες ανησυχητικές τάσεις, που παρουσιάζουν τους πρόσφυγες ως απειλή, παρατηρούνται και στην Κύπρο", δήλωσε και πρόσθεσε πως αυτό φάνηκε πρόσφατα και έντονα στον πολιτικό και δημόσιο διάλογο στο νησί.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι "δηλώσεις πολιτικών ή δημοσιεύματα σε ΜΜΕ, που παρουσιάζουν την Κύπρο ως να έχει πλημμυρίσει από πρόσφυγες,  πρόσφυγες που χαρακτηρίζονται ως τζιχαντιστές και πιθανοί τρομοκράτες, ή ως απειλή για το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, προκαλούν τον φόβο και σε καμιά περίπτωση δεν ευνοούν τις συνθήκες για την δημιουργία ενός φιλόξενου περιβάλλοντος - προϋπόθεση για την ομαλή ένταξη των προσφύγων".

Η κ.Σάχα πρόσθεσε ότι, ενώ οι αριθμοί προσφύγων έχουν αυξηθεί στην Κύπρο, δεν πρόκειται για κατάσταση κρίσης και δεν θα πρέπει να αφεθεί να οδηγηθεί σε τέτοιο σημείο, ενώ διαμήνυσε πως "η κατάσταση θα είναι διαχειρίσιμη εάν υιοθετηθεί μια ολιστική προσέγγιση όσον αφορά την υποδοχή των αιτούντων ασύλου και την ένταξη εκείνων που δεν μπορούν να επιστρέψουν λόγω φόβου για την ζωή τους".

Όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία, συνέχισε, η ταύτιση των προσφύγων με την απειλή για την ασφάλεια καλλιεργεί την ξενοφοβία και το ρατσισμό, περιλαμβανομένης της ρητορικής μίσους, και μπορεί ακόμα να οδηγήσει σε επιθέσεις εναντίον προσφύγων. Αντίθετα, πρόσθεσε, αν διασφαλιστεί η ένταξη των προσφύγων στην καινούργια τους πατρίδα, το συντομότερο δυνατό, μέσω πρόσβασης στην εργασία, εκπαίδευση και στις υπηρεσίες, αυτό μπορεί να αποτρέψει τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση που μπορεί να οδηγήσει, σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, στην ριζοσπαστικοποίηση.

Σύμφωνα με την ίδια, η συζήτηση για τους πρόσφυγες στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες, περιλαμβανομένης της Κύπρου, πρέπει να επικεντρωθεί στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και για να γίνει αυτό, υπάρχει ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι όσοι πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στη σύμβαση θα αποκτήσουν καθεστώς πρόσφυγα.

Θα πρέπει, είπε, να διασφαλιστεί ότι η συμπληρωματική προστασία δεν θα υποκαταστήσει το προσφυγικό καθεστώς, "γεγονός που αποτελεί την τάση στην Κύπρο ιδιαίτερα για Σύρους αιτητές ασύλου" καθώς και το ότι η διαδικασία ασύλου είναι δίκαιη και γρήγορη, "μια ακόμα μεγάλη πρόκληση στην Κύπρο".

Ανέφερε επίσης ότι η Κύπρος έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία 15 χρόνια στην εφαρμογή των διεθνών νομικών της υποχρεώσεων βάσει της Σύμβασης του 1951 για τους Πρόσφυγες και του Πρωτοκόλλου του 1967, ωστόσο την ίδια ώρα υπογράμμισε ότι "στον τομέα της ένταξης των προσφύγων υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες".

"Η ανάγκη για την χάραξη εθνικού σχεδίου ένταξης για πρόσφυγες είναι ξεκάθαρη, όμως μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σχεδίου δράσης, το 2012, δεν ακολούθησε άλλο", είπε και πρόσθετε ότι, την ίδια ώρα  έχουν υλοποιηθεί από το 2014 και συνεχίζουν να υλοποιούνται μικρής κλίμακας προγράμματα ένταξης στο πλαίσιο του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης της ΕΕ (AMIF).

Η Επικεφαλής της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει την ευκαιρία να επιτύχει την ένταξη των Προσφύγων και τόνισε  ότι το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν οι διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες μετά την άφιξή τους.

Υπενθύμισε δε ότι στην περσινή έκθεσή της για την Κύπρο, η UNHCR διατυπώνει συστάσεις για το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου ένταξης με ιδιαίτερη έμφαση σε τέσσερις αλληλένδετους τομείς, την απασχόληση, την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της συμμετοχής των πολιτών.

Πηγή: ΚΥΠΕ
 

Top