News Opinions Sigmalive Η Δικαιοσύνη είναι ιδέα

Η Δικαιοσύνη είναι ιδέα

"Η δικαιοσύνη εξαρτάται από τον τρόπο που απονέμεται και όχι από την γνώση του νόμου".

Αριστοτέλης.

Απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ημ. 29/3/2019 για αποκοπή μέρους μισθών δημοσίων υπαλλήλων.

Νομική – συνδεόμενη κοινωνική ανάλυση.

Αναγκαία εισαγωγή

Αν το 1964 δεν υπήρχε ζωντανή στους δικαστές η υπέρτατη της δικαιοσύνης ΙΔΕΑ σήμερα δεν θα είχαμε την Κυπριακή δημοκρατία, κατ’ επέκταση ούτε αρχηγό πολιτείας, ούτε υπουργούς, ούτε βουλευτές, ούτε  δικαστές, ούτε κρατικούς λειτουργούς. Κανείς εξ αυτών δεν θα υπήρχε αν υποδεέστεροι των κρισιμότατων περιστάσεων οι δικαστές δεν εξέδιδαν την απαντητική στην επίθεση κατά της κρατικής οντότητας μας απόφαση Γενικός εισαγγελέας εναντίον Μουσταφά Ιμπραήμ του 1964, η οποία επικύρωσε ως συνταγματικό τον περί «Απονομής της δικαιοσύνης (ποικίλαι διατάξεις) νόμο 33/64.

Οι υπέρτατες αξίες της φυσικής δικαιοσύνης, το δίκαιο της ανάγκης και η νομική νομική αρχή «η σωτηρία του λαού ας είναι ο υπέρτατος νόμος» (salus populi suprema lex esto) οδήγησαν τα χέρια των δικαστών να γράψουν την απόφαση αυτή η οποία διατήρησε εν ζωή τον νόμο 33/64. Ηταν απαστράπτον κόσμημα και διαμάντι στο στέμμα της Θέμιδας  ο θαρραλέος και σοφότατος καταληκτικός δικαστικός λόγος που δεσμευτικά καθιέρωσε η απόφαση αυτή (μέσα από την εκ δευτέρου βαθμού νομολογιακή λειτουργία) συμπυκνώνοντας τον λόγο αυτό στην αρχή δικαίου ότι ναι, το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί «δικαϊικό μέτρο προς υποστύλωση της συνταγματικής τάξη προς θεμελίωση της νόμω κρατούσης πολιτείας».

Η πατρίδα από το 1963 (23 Δεκεμβρίου) κινδύνευε από την Τουρκοκυπριακή ανταρσία σε δύο επίπεδα: το στρατιωτικό και το νομικοπολιτικό. Και για να διατηρηθεί ζωντανή η πατρίδα έπρεπε να κερδίσουμε και στα δύο επίπεδα. Όχι μόνο αν δεν κερδίζαμε σε κανένα επίπεδο αλλά αν ακόμη και σε ένα αν δεν κερδίζαμε από τα δύο και πάλι θα χάναμε στο σκληρό τρισχιλιετές - σκληρότατο  της εθνικής επιβίωσης παιγνίδι της ιστορίας. Συνεπώς ναι, έπρεπε να κερδίζαμε ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ.

Και πετύχαμε, το πέτυχαν οι άνθρωποι μας, ο υπεράξιος λαός μας καθείς εφ’ ώ ετάχθη !

Στο σημαντικότερο επίπεδο -

δηλαδή το στρατιωτικό τα ιερά πολυβόλα της Ελ.δυ.Κ. και των επίστρατων Ελληνοκυπρίων ηρωϊκών εθελοντών μαχητών εκκωφαντικά κροταλίζοντας μερικές μόνο δεκάδες μέτρα έξω από το ανώτατο δικαστήριο, εξουδετέρωσαν και συνέτριψαν στρατιωτικά το βασικότερο άντρο της ανταρσίας(το εντός των τειχών Λευκωσίας) των Τουρκοκυπρίων και έτσι η νόμιμη δημοκρατία της Κύπρου κυριάρχησε απόλυτα με τα όπλα, με έλεγχο παγκυπρίου εδάφους στο 91.8% (- 2.2% βάσεις) περιορίζοντας την εν ανταρσία τελούσα κοινότητα στους ανά την Κύπρο κατακερματισμένους παραστρατιωτικούς θυλάκους μέσα σε μια συνολική εδαφική έκταση του 6%.

Στο νομικοπολιτικό επίπεδο –

το Ανώτατο δικαστήριο Κύπρου δεν είχε πολυβόλα να προτάξει στην πρώτη γραμμή του πυρός όπως η Ελ.δυ.Κ. , αλλά έδωσε την δική του ηρωϊκή μάχη με δικά του ανίκητα όπλα: την ΙΣΧΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. Το ανώτατο έκανε το αυτονόητο για την πατρίδα εκδίδοντας την ανωτέρω απόφαση. 

Μα αν τότε το Ανώτατο δικαστήριο δεν προέβαινε σε θαρραλέα διασταλτική ερμηνεία και μέσα από ανώτερη νομική επιστημοσύνη σε ανάλυση όλων των νομικών θεμάτων που καλείτο υπό τις περιστάσεις να αντιμετωπίσει και παρέμενε δογματικά, άβουλα, φοβισμένα και αντιδικαιϊκά προσηλωμένο στο εκδοθέν από το τυπογραφείο ψυχρό και απρόσωπο γράμμα στις δέλτους του νόμου, τότε ίσως σήμερα να μην υπήρχε το κράτος μας αφού τυχόν διαφορετική απόφαση από αυτήν που εξεδόθη, μοιραία θα το καλούσε σε αυτοδιάλυση έστω και αν - ως ανωτέρω - κερδίσαμε συντριπτικά (91.8%) στο στρατιωτικό επίπεδο.

Συνεπώς αν δεν δρούσαν εντελώς νομικά και εντελώς δίκαια τότε τα δικαστήρια μας σήμερα δεν θα είχαμε νόμιμα δικαστήρια τα οποία θα έφεραν το υπερήφανο οικόσημο της δημοκρατίας της Κύπρου, και ούτε εμείς οι σημερινοί δικηγόροι θα ασκούσαμε κανονικά το επάγγελμα με βάση  τον περί δικηγόρων νόμο της δημοκρατίας της Κύπρου, αλλά πολύ πιθανόν απλά να «εκάμναμεν» (τάχα) τους δικηγόρους κάτω από το φαύλο καθεστώς τινός      εξώγαμου           παρα-κρατιδιακού κατασκευάσματος Αγγλοτουρκικής επινόησης και Αμερικανονατοϊκής επιβολής.

Αρα σωστά έδρασε με την λογική που έδρασε τότε το ανώτατο μας, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι το δικαστήριο ως ανώτερη ιδέα αποτελεί ζων κύτταρο της κοινωνίας και ταγμένο «λευκό αιμοσφαίριο» άμυνας αφού ναι,  εφάνη στα μάτια της κοινωνίας ότι όντως ήρθη στο ύψος των περιστάσεων, συνέπλευσε με την αγωνία της κοινωνίας κυριολεκτικά αρπάζοντας τον παλμό και τα μηνύματα της και αφού ήλθε σε καλή συνεννόηση με την Θέμιδα Θεά, αποφάσισε ως αποφάσισε. Μα αφού αυτήν υπηρετεί ποιόν δηλαδή θα ακούε;

Επί του θέματος. 

Η ως άνω απόφαση πάσχει εξ ακυρότητας, ήτοι είναι άκυρη.  (προ καν τή γενέσει της)

Διότι πολύ απλά το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα και δεν έπρεπε ούτε για μια στιγμή να ακούσει την υπόθεση αυτή. Ετσι οδήγησε την κοινωνία σε ανωφελείς και επιζήμιες ατραπούς και ευατόν σε αλυσιτελές ηθικονομικό αδιέξοδο.

Προδικαστικό κώλυμα.

Υπάρχει κραυγαλέα κοινωνικονομική προδικαστική ένταση για την εξέταση της υπόθεσης αποκοπής χρημάτων των δημοσίων υπαλλήλων από το διοικητικό δικαστήριο λόγω λανθασμένης και/ή μή σωστής και /ή άκυρης σύστασης/σύνθεσης/κατάρτιση συνθέσεως/εγκατάστασης αφορώσα τα πρόσωπα των μελών του δικαστηρίου αυτού.

Η ένσταση αυτή στηρίζεται στην ορατή και εμφανή  πιθανότητα/εύλογη πιθανολόγηση στην σκέψη του απλού μέσου λογικού ανθρώπου, για πιθανή ταύτιση /συν-ταύτιση και/ή εξ αναγωγής και/ή επαγωγής άμεση και/ή έμμεσα συνδεόμενη σχέση συμφέροντος (όχι απλά σύγκρουση συμφέροντος όπως κακώς λεκτικά και συντακτικά λέγεται) και/ή ένεκα ηθικού/ιδεολογικού ασυμβίβαστου και/ή ευλόγως πιθανολογούμενης συνειδησιακής σύγκρουσης στα πρόσωπα των δικαστών, γεγονός το οποίο οδηγεί το δικαστήριο και τα μέλη του στην αυτό-εξαίρεση.

Είναι γνωστές οι δικονομικές αρχές που διέπουν το θέμα της εξαίρεσης των δικαστών: ακόμη και η απλή έστω και κατά πιθανολογικό συλλογισμό εύλογη σκέψη/υποψία/υποθετικός λογικός συλλογισμός ενός μέσου λογικού απλού και ταπεινού ανθρώπου ότι υπάρχει θέμα παρεμβολής ή ταύτισης συμφέροντος ή έστω και έμμεσης σύνδεσης με κάποιο τρόπο μεταξύ προσφευγόντων – κριτών, ώστε αυτή η σύνδεση να οδηγεί αβίαστα την σκέψη του λογικού αυτού ανθρώπου στο καταληκτικό συμπέρασμα ότι ο δικαστής πιθανόν να επηρεαστεί εσωτερικά και πιθανόν να μην επιδείξει αμεροληψία,

τότε οι κριτές βγαίνουν αμέσως από το νομικό παιγνίδι, για την ακρίβεια δεν κατέρχονται καν στον αγωνιστικό χώρο.

Συνεπώς:

α)  οι δικαστές δεν έπρεπε να εξετάσουν  την υπόθεση αυτή απλά και μόνο διότι ήταν …δικαστές της υφιστάμενης δικαιοσύνης μέλη της έστω ανεξάρτητης δικαστικής λειτουργίας πλην όμως εκ της πολιτείας αμειβόμενοι ως δηλαδή και οι προσφυγόντες αιτητές.

β) και έδει όπως αυτό-εξαιρεθούν χωρίς καν να τους πει κανένας απολύτως τίποτα. 

Στην περίπτωση που εξετάζουμε

οι δικαστές όντες και οι ίδιοι κρατικοί/δημόσιοι λειτουργοί ήτοι αμειβόμενοι από το ίδιο ταμείο (τους κράτους), άρα με ταυτισμένες τις οικονομικές αναλογίες/παραμέτρους με τους προσφεύγοντες έστω και αν οι αναλογίες αυτές εφαρμόζονται υπό άλλο νομικό/διοικητικό/συνταγματικό όνομα, πολύ απλά δεν μπορεί να εξετάσουν θέμα μισθών των προσφευγόντων δημόσιων αυτών λειτουργών αφού έμμεσα ή έστω και απομακρυσμένα, όμως ορατά ναι έχουν σχέση με το υπό εξέταση θέμα.

Κεντρική ιδέα:

Δεν κρίνουμε την εσωτερική εντιμότητα των συγκεκριμένων δικαστών σε προσωπικό επίπεδο, όμως από την στιγμή που αναλύουμε νομικά ένα θέμα τότε μιλάμε στην νομική γλώσσα: είναι απλό – έδρασαν εν πλάνει, εξέδωσαν απόφαση για «ύποπτο» θέμα που αφορά όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, άρα στο τέλος της πορείας σε κάποια στιγμή (που ίσως και να ξεχαστεί μέχρι τότε)  θα καταλήξει και στους ίδιους τους. 

Μέσα από νομική κλινική εξέταση, με θλίψη διαπιστώνουμε ότι η απόφαση αυτή είναι άκυρη ως πάσχουσα από βαρεία νομική νόσο: την νόσο της (πιθανολογικής και κατά εύλογο συμπερασματικό συλλογισμό) ταύτισης οικονομικού συμφέροντος. Και η νόσος αυτή δυστυχώς υπήρξε πρίν καν την γέννηση της απόφασης αφού δεν έχει να κάνει με κανένα απολύτως ζήτημα κρίσης ή νομικό ερώτημα δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου το οποίο τυχόν θα ετίθετο προς εξέταση στην πορεία της ακρόασης της υπόθεσης. Το νομικό αυτό οικοδόμημα δεν έχει σωστά (πρωταρχικά) θεμέλια αφού αυτά δεν στηρίχτηκαν στις ισχυρές και άτρωτες βάσεις του δικαιϊκού μπετόν και του ιδεαλιστικού ατσαλιού που με αυστηρότητα και απαιτητικότητα προαπαιτεί η νομική επιστήμη, ώστε με ασφάλεια να εκτίζετο το οικοδόμημα, άρα η νόσος αυτή είναι μή θεραπεύσιμη/πρόκειται για κατεδαφιστέο οικοδόμημα και τελούμε σε αγωνιώδη αναμονή του πορίσματος  του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.  

Με πολύ απλά λόγια για να καταλαβαίνουν και οι μή νομικοί το διοικητικό δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εισέλθει καν στην αρένα της  εξέτασης  του συγκεκριμένου αιτήματος. Είναι ωσάν να βάζουμε σε διαιτητική ή άλλου είδους κρίση π.χ. ένα θέμα σημαντικής εργατικής διαφοράς των εργαζομένων σε μια εμπορική εταιρεία με αντιπάλους τους εργοδότες τους και οι κριτές του θέματος να είναι και αυτοί εκ των ενδιαφερομένων/συνδεομένων υπαλλήλων της εταιρείας.  

Θα τεθεί το ερώτημα: και ποιός θα το εξετάσει αφού αυτοί είναι οι δικαστές; Η απάντηση είναι πολύ απλή: από την στιγμή που αυτό δεν μπορεί νομικά να γίνει τότε εν επ’ουδενί λόγο δύνανται οι συγκεκριμένοι δικαστές να το εξετάσουν- απαγορεύεται, τέλος.

Ας απαντήσουμε όμως και έτερο αναφυόμενο νομικό ερώτημα:

αν δεν το εξέταζαν οι δικαστές αυτό το θέμα θα υπήρχε μήπως θέμα αρνησιδικίας;

Απολύτως όχι. Διότι ο εκ του νόμου επιβαλλόμενος αποκλεισμός εξέτασης μιας υπόθεσης από τον δικαστή δεν είναι αρνησιδικία. Αντίθετα είναι υποχρέωση του δικαστού να μην δικάσει το συγκεκριμένο θέμα και συνεπώς πρόβλημα θα υπάρχει αν το δικάσει. Η αρνησιδικία είναι η άνευ νομίμου αιτίας άρνηση δίκης αφού ετυμολογικά συνίσταται από την λέξη «άρνηση» και την λέξη «δίκη».  Από το πρώτος έτος της νομικής σχολής στο πανεπιστήμιο Αθηνών και σε κάθε επόμενο έτος «φορτικά» διδασκόμασταν ότι η αρνησιδικία απαγορεύεται στον δικαστή, αποτελώντας συνάμα σοβαρότατο ποινικό αδίκημα γι’ αυτόν - άρα μιλάμε για άλλη νομική έννοια.

Συνεπώς στο θέμα που αναλύουμε η επιβαλλόμενη μή εξέταση από το διοικητικό δικαστήριο αποτελεί καθ’ ημάς ύψιστη άσκηση καθήκοντος στην ροή του λειτουργήματος τους και δεν έχει πέραν αυτού καμία νομική σημασία ποιός θα αναλάβει από εκεί και πέρα την συγκεκριμένη υπόθεση. 

Εξέταση του θέματος από πλευράς ουσιαστικού δικαίου.

Ας προχωρήσουμε όμως υποθετικά να εξετάσουμε το θέμα αυτό και στο επίπεδο του ουσιαστικού δικαίου(ουσία της υπόθεσης) έστω και αν η άποψη μας είναι ότι η απόφαση είναι προ (και εν) τη γενέσει της άκυρη αφού επιμένουμε ότι η ουσία δεν έπρεπε να εξεταστεί.

Στο ερώτημα που εκλήθη να απαντήσει το συγκεκριμένο δικαστήριο ακόμη και  αν τυχόν υποθέσουμε ότι εκέκτητο δικαίωμα να εξετάσει την ουσία του, η απάντηση του δεν θα έπρεπε να είναι αυτή που έδωσε.

Θα εξηγήσουμε:

Η υπόθεση αυτή προσομοιάζει εντελώς στα γεγονότα και στις νομικές αναλογίες/ζητήματα/παρεκτάσεις ωσάν να ευρίσκεται η πατρίδα σε κίνδυνο. Αναφέραμε ανωτέρω κάποια στοιχεία για δίκαιο ανάγκης, για φυσικό δίκαιο για την σημαντικότερη νομική αρχή salus populi suprema lex esto η οποία διασώζεται στα βιβλία της επιστήμης του Ελληνικού,  Ρωμαϊκού και Βυζαντινού δικαίου εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Τυχαία η διάσωση αυτής της αρχής; Ασφαλέστατα όχι διότι πάντοτε στην Ελληνορωμαϊκή ιστορική και Βυζαντινή διαχρονία η κοινωνία των ανθρώπων αντιμετώπιζε σοβαρές κρίσεις και συνεπώς πάντοτε ήταν επίκαιρη και πάντοτε εφαρμοστέα μέχρι και το 2019 μ.Χ.

Τότε μάλιστα η νομική επιστήμη ήταν πιό «προχωρημένη» από σήμερα  αφού εν καιρώ βαθυτάτης εθνικής κρίσης προέβλεπε την εφαρμογή της νομικής κατάστασης του «δικαιοστασίου» ως μέσο  υλοποίησης του σκοπού της ως άνω αρχής.

Δικαιοστάσιο σημαίνει: την προσωρινή αναστολή των δικών/λειτουργία δικαστηρίων.

Το δικαιοστάσιο δεν είναι άγνωστο μέτρο άμυνας στον Ελληνισμό.  Ως επιβεβλημένο εκ των εθνικών περιστάσεων μέτρο επιβλήθηκε κατά την διάρκεια του «μέγα εμφύλιου» Πελοποννησιακού πολέμου και εφαρμόστηκε στην Αθήνα τον 4ον αιώνα π.Χ. αλλά και στην πρωτοβυζαντινή περίοδο (6ον αιώνα μ.Χ.) ο Ιουστινιανός με ειδικό διάταγμα επέβαλε την κατάσταση δικαιοστασίου στην Ιταλία ώστε να αντιμετωπισθεί η εισβολή των Φράγκων στις Ιταλικές Βυζαντινές κτήσεις. Το1941 ο πρωθυπουργός Κοριζής και ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β’ με έμμεσο τρόπο/από ραδιοφώνου  επέβαλαν δικαιοστάσιο στην Ελλάδα το οποίο μέχρι και την απελευθέρωση το 1944 ήταν στις ψυχές των Ελλήνων υπαρκτό.  Στις 18 Απριλίου του 1941 λίγες ώρες πριν μπούν οι Γερμανοί στην Αθήνα ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών ανήγγειλε ότι σε λίγα λεπτά «θα σιγήσει» και  καλούσε τον Ελληνικό λαό σε ανυπακοή σε απείθεια και ασφαλώς σε μή αναγνώριση οιασδήποτε νομίμου εξουσίας προς τους κατακτητές διαλαλώντας έτσι την παρανομία της κατοχής της Ελλάδας από την Γερμανία.  Και η στιγμή που θα σιγούσε ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών ήταν νομικά η συμβολική έναρξη της δικαιοστασιακής κατάστασης. 

Σκέψη και συνείδηση δικαστηρίων

Οσον αφορά το απλοϊκό(αντιεπιστημονικό καθ’ημάς) επιχείρημα ότι τα δικαστήρια δεν σκέφτονται λέει και δεν αποφασίζουν λέει με βάση κοινωνικές απαιτήσεις και επιδιώξεις ουδέν πιό λανθασμένο. Μα ασφαλώς και προωθούν νομίμως τις ηθικές επιδιώξεις της κοινωνίας αφού αυτή τους διόρισε, εξ αυτής εντέλλονται και αυτήν υπηρετούν, διαφυλάσσοντας έτσι τον σωστό βηματισμό και ενισχύοντας την καλή ροή της κοινωνικής πορείας. Απλά παραδείγματα.

-   Το πλέον κλασσικό παράδειγμα: γιατί οι ποινές που καλούνται να επιβάλλουν σε κάποιες περιπτώσεις τα δικαστήρια π.χ. για τροχαία αδικήματα, π.χ. για ναρκωτικά, π.χ. για αδικήματα κατά της γενετήσια αξιοπρέπειας πρέπει κατ΄εντολήν  της κοινωνίας  και της πολιτείας να είναι παραδειγματικές και πολύ πιό βαριές από τις κανονικές ποινές που επιβάλλονται σε αδικήματα του ποινικού κώδικα της αναλόγου σοβαρότητας; Μήπως αυτό υποβάλλει/και επιβάλλει την δικαστική προκατάληψη και έτσι την πληρώνουν «άλλοι για τους άλλους»; Ασφαλώς όχι, διότι στην σκέψη του δικαστού κυριαρχεί εν συνειδήσει  δικαίου  και όχι ετσιθελικά το ύψιστο στοιχείο της επιδίωξης αναγκαίου και ασφαλώς νόμιμου κοινωνικού σκοπού.

Μήπως είναι παράλογες οι απαιτήσεις της κοινωνίας και χαλούν τον κοινωνικό ιστό οι βαριές αυτές παραδειγματικές ποινές; Ασφαλώς όχι διότι η κοινωνία όσον αφορά το συγκεκριμένο κοινωνικό πρόβλημα ναι πρέπει να προστατευτεί ανάλογα και κατάλληλα μέσα από «σκληρή» άσκηση του δικαίου. Και με αυτόν το τρόπο η δικαιοσύνη φαίνεται ικανή και λαμπερή και όντως αποτελεσματική στα μάτια της κοινωνίας που ζητά δικαιοσύνη.

-   Μήπως όταν έγινε το κακό με την έκρηξη στην ναυτική βάση το 2011 και ο κόσμος μας ζητούσε δικαιοσύνη από τα δικαστήρια και τις επιτροπές αλλά και μέχρι και σήμερα αναζητώντας δικαίωση, ήταν μήπως άδικος και παράνομος, εκτός νομικής τάξης και υπερβολικός ο κόσμος μας στην αξίωση του αυτή προς την δικαιοσύνη; Ηταν μήπως οι απαιτήσεις του πράξεις υποχειρίασης και παρέμβασης προς το έργο της δικαιοσύνης; Ηταν μήπως λαϊκίστικο και νομικά ανεδαφικό και προπάντων εκδικητικό το επιτακτικότατο κοινωνικό προς την δικαιοσύνη αίτημα για τιμωρία των ποινικά υπευθύνων και η αναζήτηση αποκατάστασης του δικαίου; Ασφαλέστατα όχι.

-  Γιατί αμέσως με τα γεγονότα του 1974 η κοινωνία καθιέρωσε δικαιοστάσιο ήτοι εξουδετέρωση της νομικής έννοιας της παραγραφής για τα προ του 1974 αστικά αδικήματα θέτοντας σε  ισχύ τον περί αναστολής της παραγραφής νόμο κατ’ επέκταση δίδοντας τις ανάλογες εντολές στα δικαστήρια; Μα ασφαλώς διότι η κοινωνία τότε ήθελε να προστατεύσει αυτονόητα ουσιωδέστατα κοινωνικά αγαθά.  

Άρα γιατί δηλαδή στην περίπτωση που εξετάζουμε με ανελαστική θεώρηση και απρόσωπο καταληκτικό δικανικό συλλογισμό το συγκεκριμένο δικαστήριο απέτυχε να εγκλωβίσει στα ραντάρ του τα  ισχυρότατα παλμικά στίγματα της κοινωνίας και δεν συνεκτίμησε στην δικανική του σκέψη μέσα από επαλληλίας ταξινόμηση προτευόντων και δευτερεύοντων κανόνων τα τρομακτικά υπαρκτά της κοινωνίας νομικά και πραγματικά γεγονότα(βλέπε τρομακτικά προβλήματα):

(α) μα πώς μπορεί να αγνόησε την μεγαλύτερη επιδίωξη της κοινωνίας μας να εξέλθει επιτέλους από το μαύρο σκότος της κόλασης της τρομακτικής κρίσης στην οποία τινές εκ των αθλίων πολιτειακών /πολιτειακών ηγετών της εγκληματικά την οδήγησαν;

(β) μα πώς μπορεί με την καταληκτική απόφαση να αγνόησε το ορατότατο ενδεχόμενο να «ξαναπαττήσει» εκ δευτέρου το κράτος μας δηλαδή εμείς οι απλοί και ταπεινοί πολίτες; Με πιθανότατο αποτέλεσμα να μην ξαναβγούμε ποτέ ως κοινωνία από την φρικτή δουλεία μας στους ληστρικούς εμπόρους των εθνών;

(γ) μα πώς μπορεί να αγνόησε την νομική αρχή ότι το ατομικό/ιδιωτικό συμφέρον ατονεί, υποτάσσεται και εκμηδενίζεται στο δημόσιο συμφέρον; Η αρχή αυτή δεν μπορεί με τίποτα και σε καμία περίπτωση να παραβλεφθεί η καμφθεί, έστω και αν οι αιτητές είναι μια γιγαντιαία ομάδα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, αφού συγκρούονται με την απελπισία των υπολοίπων εφτακοσίων πενήντα χιλιάδων πολιτών μας;  

(δ) μα  πώς μπορεί το διοικητικό ως πρωτόδικο δικαστήριο άρα δεσμευμένο προς την νομολογία, να αγνόησε τον φάρο νομικής σκέψης αλλά και την απόλυτη δεσμευτικότητα(προς αυτό) της εντολής της δευτεροβάθμιας υπόθεσης Γενικός εισαγγελέας εναντίον Μουσταφά Ιμπραήμ του 1964 η οποία εδώ 56 χρόνια διαλαλεί ότι το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί «δικαϊικό μέτρο προς υποστύλωση της συνταγματικής τάξης προς θεμελίωση της νόμω κρατούσης πολιτείας»;

Ανθρώπινο πρόσωπο της δικαιοσύνης.

Επειδή οι άνθρωποι έχουν ψυχή, και αφού τα δικαστήρια κρίνουν ανθρώπους άρα και αυτά πρέπει να έχουν ψυχή, δηλαδή ανθρώπινο πρόσωπο. Αν η έννοια «ανθρώπινο πρόσωπο» δεν εκαλείτο να παίζει καθοριστικότατο ρόλο στην απόδοση δικαιοσύνης, ώστε να συνεννοούνται άνθρωποι και δικαστές, τότε κάλλιστα θα βάζαμε στην θέση του δικαστού ένα κομπιούτερ και έτσι οι δίκες και θα γίνονταν με απίστευτα μεγαλύτερη ταχύτητα και θα μας ερχόταν και πολύ πιό οικονομικότερα.  Μπορούν όμως να γίνουν έτσι τα πράγματα;

Συνεπώς το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η «εκ των ούκ άνευ» απόλυτη παράμετρος απόδοσης δικαιοσύνης.

Μήπως συνεπώς θα χρειαζόταν περισσότερη υπό τις περιστάσεις ενδιάτριψη ψυχής στην καταληκτική εφαρμοστική του δικαίου και περισσότερη βάσανος αξιολόγησης με οδηγό τις μαγικές νομικές λέξεις:

νομικό και πραγματικό αναζητούμενο, αγαθό προς υπεράσπιση, ιδιωτικό συμφέρον-δημόσιο συμφέρον και υπερίσχυση, πραγματικά γεγονότα, νομικά ζητήματα, διακριτική ευχέρεια, στάθμιση, ισοζύγιο/α, παράμετροι ισχύος πιθανοτήτων, ισοζύγιο στάθμισης πιθανοτήτων, αμφισβητούμενα, αναμφισβήτητα. Και με αναλογική εφαρμογή στο θέμα που συζητούμε μια υπέρτατη και μαγική νομική φράση που μας εντυπωσιάζει από την έναρξη της επαγγελματικής μας πορείας: η σοφότατη κατά την άποψη μας αρχή δικαίου που καθιερώνει η νομοθετική πρόνοια του περί ενοικιοστασίου Νόμου 23/83 (επέκεινα τροποποιήσεις) άρθρο 11(ζ) όπου λέει ότι -  «Νοείται ότι ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα θα εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου αυτής εάν το δικαστήριο πεισθεί ότι λαμβανομένων υπ΄όψιν όλων των περιστάσεων της υποθέσεως, θα επροξενείτο μεγαλυτέρα ταλαιπωρία διά της εκδόσεως του διατάγματος ή της αποφάσεως παρά διά της αρνήσεως εκδόσεως τούτου άρα καταληκτικά  και συνεκτιμώντας τους εσωτερικούς ψυχικούς παλμούς και τις εναγώνιες επιδιώξεις της κοινωνίας μας,

θα έπρεπε να ήταν διαφορετικός ο αποχρών δικαστικός λόγος.

Οσον δε αφορά τον πυρήνα της απόφασης με επακριβή επικέντρωση μας στην καθ΄αυτώ κρίση του δικαστηρίου ότι η πράξη αποκοπής χρημάτων είναι αντισυνταγματική ενέργεια θεωρούμε λανθασμένη την κρίση αυτή. Συνεπώς η επιχειρηματολογία μας επαναλαμβάνεται αναλογικά για την υποστήριξη της άποψης μας ότι το δικαστήριο έσφαλλε στην απόφαση του αγνοώντας ή στην καλύτερη περίπτωση μη συνεκτιμώντας στον καταληκτικό του δικανικό συλλογισμό την κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η κοινωνία μας.

Η τάξη της δημοσιοϋπαλληλίας (επαναλαμβάνουμε ότι έχουμε άριστη σχέση και άριστες φιλίες με δημοσίους υπαλλήλους  και δεν καταγράφουμε αυτές τις λέξεις με υστεροβουλία ή ζηλοτυπία αλλά με αγάπη προς την κοινωνία και την πατρίδα) διαβιεί σε ένα εντυπωσιακά προστατευόμενο εργασιακό περιβάλλον. Είναι συγκριτικά σε καλή οικονομική θέση αφού το  μεταξύ της και των ιδιωτικών υπαλλήλων οικονομικό χάσμα είναι αβυσσαλέο και  κανείς δημόσιος υπάλληλος δεν θα άντεχε ούτε και για μια μέρα αν η ζωή μέσα από τις ανεξήγητες δυνάμεις της τον έφερνε στον ιδιωτικό τομέα. Ζούμε την κοινωνία σε όλες της τις στιγμές,  τις  τάξεις και τα επίπεδα της και έχουμε κάποια ταπεινή κοινωνιολογική γνώση/άποψη και θα θέσουμε το θέμα κατά ερωτηματικό τρόπο: γιατί άραγε οι συμπολίτες μας κυρίως νέοι άνθρωποι τρέχουν κατά χιλιάδες στα «ιντερβιου» για μία (ενίοτε κυριολεκτικά μία) θέση στην κυβέρνηση, αλλά όχι για μια θέση εργάτη ή πωλητή ή αποθηκάριου π.χ. σε ένα κατάστημα; Τυχαίο;

Δεν επιθυμούμε να προσωποποιήσουμε το θέμα πρέπει όμως να καταγράψουμε κάποια αναγκαία γεγονότα, τα οποία θεωρούμε ότι ως σκέψεις θα βοηθήσουν την παρούσα έρευνα:

α) αν θεωρητικά ήμουν δημόσιος υπάλληλος ποτέ δεν θα ζητούσα πίσω αυτά τα χρήματα της αποκοπής.

β) αν και δεν απώλεσα ούτε και ένα σεντ από την υπεξαίρεση μέσα από τις τράπεζες, όμως αναλογίζομαι με πόνο και με θλίβει βαθύτατα το γεγονός ότι οι άνθρωποι μας έχασαν τα χρήματα τους τα οποία ήταν το αποτέλεσμα της νοικοκυροσύνης και υπέρτατης αξιοσύνης και εργατικότητας του υπεράξιου λαού μας.

γ) αν όμως έχανα χρήματα δεν ξέρω πώς πρακτικά θα αντιδρούσα όχι από φιλοχρηματία αλλά από το απόλυτο - απόλυτο άδικο.

Οταν οι άνθρωποι μας κατάθεταν τα λεφτά τους ο τραπεζίτης δεν είπε σε κανέναν πελάτη αυτό που κάνει ο αστυνομικός για να εκτελέσει και την πιό απλή σύλληψη - «προειδοποίηση». Ο τραπεζίτης δηλαδή δεν είπε: φίλοι πελάτες «προειδοποίηση» (caution/warning) υπάρχει ο κίνδυνος ξέρετε αν παττίσω να σας πάρω (υπεξαιρέσω/κλέψω) τα ριάλια σας για να πληρώσω τα χρέη μου και έτσι θα τα χάσετε. Μα αν αυτό γινόταν κανείς δεν θα έβαζε λεφτά στην τράπεζα, αντίθετα όλοι οι τίμιοι και εργατικότατοι  άνθρωποι μας κατέθεσαν τα λεφτά τους με οδηγό τους, τους κανόνες της καλής εμπορικής πίστης και των έντιμων συναλλακτικών ηθών, ήτοι… με εμπιστοσύνη(!)

Ιδού όμως η Κύπρος η μοναδική χώρα στον κόσμο από τις 170 χώρες του ΟΗΕ που έκλεψαν τα χρήματα του κόσμου μέσα από την τράπεζα. Συνεπώς ίσως με την σειρά μου να έκανα άλλα πράγματα όχι από φιλαργυρία αλλά από την εσωτερική ώθηση της γιγαντοσύνης του άδικου.

Καταληκτική ανάλυσης της απόφασης:

Το άρθρο 23 του Αγγλοκατασκευασμένου (Made in England) δοτού Λονδινό-Ζυριχικού συντάγματος μας απαράδεκτο όν, με βάση τους στοιχειωδέστερους κανόνες της επιστήμης του συνταγματικού  δικαίου ήτοι:

μή καταρτισθέντος με βάση τις αρχές της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου από συντακτική συνέλευση της βουλής,

μή ψηφισθέντος από την βουλή μας

και μή επικυρωθέντος από τον λαό μας με δημοψήφισμα άρα λοιπόν «ας το πούμε» σύνταγμα ναι, έστω,

αυτό λοιπόν το σύνταγμα στο άρθρο αυτό όντως μιλά για σεβασμό στο  δικαίωμα  κινητής και ακίνητης περιουσίας. Αναλύοντας το ζήτημα της ιδιοκτησίας μιλά για απαλλοτριώσεις και επιτάξεις, μοναστήρια και εκκλησιές μέχρι και για Βακούφια.

Και είναι αλήθεια ότι δεν μιλά επακριβώς για μισθούς δημοσίων υπαλλήλων.

Θα κάνουμε όμως αντίθετο συλλογισμό για να βρούμε την αλήθεια: Μήπως προέβλεπετο ρητά σε συγκεκριμένο άρθρο του συντάγματος ή δεν ήταν αντίθετος με το σύνταγμα, άρα λοιπόν ήταν συνταγματικός(ως συμβατός με αυτό) ο εκ του διεθνούς συστήματος της νέας καταραμένης τάξης πραγμάτων έξωθεν επιβληθείς εγκληματικός νόμος που έκλεψε τα λεφτά των ανθρώπων μας - βλέπε κατ΄ευφημισμό «κούρεμα». Μα πώς να ήταν συνταγματικός ο νόμος αυτός, αφού ποιό άραγε ανώμαλο και εφιαλτικό σύνταγμα - μα υπάρχει τέτοιο σύνταγμα στον κόσμο - προβλέπει την κλοπή;

Και η εν γένει και εν συνόλω οικονομική /υλική λεηλασία αλλά  προπάντων η λεηλασία των ψυχών, ο εξευτελισμός και η απίστευτη  προσβολή της αξιοπρέπειας του λαού μας το 2013 ήταν και αυτή σύννομη και συμβαδίζουσα με το σύνταγμα πράξη; 

Για όλα υπάρχει η λύση.

Προτεινόμενη λύση:

ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

α) Να κηρυχτεί και επισήμως άκυρη και έτσι να εξουδετερωθεί η ισχύς της απόφασης αυτής του διοικητικού δικαστηρίου.

β) Με νόμο να καθιερωθεί ειδικό διοικητικό δικαστήριο το οποίο να συγκροτείται από δικηγόρους με την πείρα και επαγγελματικό επίπεδο που απαιτείται για δικαστές(υψηλό ηθικό, γνωσιολογικό και επαγγελματικό επίπεδο) με τις εξής προϋποθετικές παραμέτρους:

βi) οι δικηγόροι που θα επιλεγούν για διορισμό εθελούσια και αυτόβουλα να αναλάβουν τις θέσεις των δικαστών του ειδικού δικαστηρίου χωρίς αμοιβή από το κράτος, και όχι σε διοικητικά  πλαίσια μονίμου καταστάσεως δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ώστε να αρθεί το στοιχείο της παρεμβολής του οικονομικού στοιχείου της προς τούτω αμοιβής, άρα να μην υπάρχει πλέον στον νομικό ορίζοντα η οικονομική ταύτιση δικαστών - προσφευγόντων.

Ακόμη όμως και αν τυχόν η πολιτεία αποφασίσει να δώσει κάποια αμοιβή(π.χ. προσωπικά έξοδα κ.λ.π.) στους δικαστές αυτούς η αμοιβή αυτής της μορφής  θα είναι επιτρεπτή αφού θα είναι καθαρά συμβολική άρα δεν θα υπάρχει στην μέση στο στοιχείο της ως άνω συνδεόμενης μεταξύ προσφευγόντων και δικαστών μόνιμης καθολικής δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης.

βii) οι δικηγόροι που θα επιλεγούν χωρίς αμοιβή(ή με συμβολική αμοιβή) πέραν των ως άνω επαγγελματικών προσόντων (β) και των προνοιών του (βi) να έχουν αγνή και ανιδιοτελή απόφαση ψυχής ότι δεν θα αναλάβουν για τα χρήματα αλλά θα υπερβούν τα δεδομένα, αλάνθαστα οδηγούμενοι από εσωτερικό βίωμα ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

γ) προς εξουδετέρωση κάθε κατάλοιπου, με ειδική πρόνοια του ως άνω νόμου να αφαιρεθεί από την καθ΄ύλη αρμοδιότητα και εν γένει δικαιοδοσία τόσο του κλασσικού διοικητικού, όσο και όλων των άλλων δικαστηρίων της Κύπρου κάθε κρίση ή τυχόν κρίση για θέμα μισθού των δημοσιών υπαλλήλων με αναγκαστική δικαιοδοσία αυτήν του ως άνω ειδικού διοικητικού δικαστηρίου.

δ) Με λεπτομερή και εξειδικευμένη επί τούτω νομοθεσία να ρυθμιστεί νομικά το θέμα που αναλύουμε ώστε να μην ξανασυναντήσει η κοινωνία το ίδιο πρόβλημα.

ε) Ιδρύεται με νόμο δευτεροβάθμιο ειδικό διοικητικό δικαστήριο με την αυτονόητη αρμοδιότητα και υπό τους ως άνω όρους και εντολές όπου δεί κατ΄αναλογίαν.

στ) Ενδελεχής και λεπτομερής όλων των θεμάτων νομοτεχνική επεξεργασία αυτονόητη και άκρως απαραίτητη.

Προσοχή:

αν εν τω μεταξύ ιδρυθεί τριτοβάθμιο (κλασσικό) δικαστήριο όπως ήδη έχει εξαγγείλει η πολιτεία, τότε το δευτεροβάθμιο ειδικό διοικητικό δικαστήριο, να διατηρήσει την δεσμευτική του αυτοτέλεια του όσον αφορά την δύναμη τελεσιδικίας των αποφάσεων του μέχρι να ιδρυθεί επί τούτω (αν ήθελε ιδρυθεί) ανάλογο τριτοβάθμιο ειδικό διοικητικό δικαστήριο.

-              Το θέμα που αναλύουμε μέσα από αυτές τις γραμμές δεν είναι όπως εξηγήσαμε θέμα πολεμικής κατά των δημοσίων υπαλλήλων αλλά θέμα δικαιοσύνης.

 

"Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ως απόγονοι αλλά ως πρόγονοι".    

Μέγας Ναπολέων.

*O Χρίστος Π. Σάββα είναι στρατιωτικός μελετητής, Ιστορικός  αναλυτής, συγγραφέας, δικηγόρος.

Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com

Top