News Opinions Sigmalive Συνείδηση Δικαιοσύνης (στην ιδανική Πολιτεία)

Συνείδηση Δικαιοσύνης (στην ιδανική Πολιτεία)

"Η δικαιοσύνη εξαρτάται από τον τρόπο που απονέμεται και όχι από την γνώση του νόμου"

Αριστοτέλης.

Από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, προεξάρχοντος του Πλάτωνα και του μαθητού του, Αριστοτέλη, οι άνθρωποι αναζητούσαν την ιδανική πολιτεία. Εντός της ιδανικής πολιτείας, ήτοι εντός του ιδανικού /τέλειου πολιτεύματος, ασφαλώς ενυπάρχει ως το ιερότερο απάρτιο, η δικαιοσύνη.

Κατά τον Πλάτωνα, η δικαιοσύνη είναι η «κράτιστη των αρετών».

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρξαν όμως και αντίθετοι ιδεολογικά από τον Πλάτωνα και αυτοί ήταν οι Θρασύμαχοι:

στην πολιτεία του Πλάτωνος, ο Θρασύμαχος, απαξιώνοντας την δικαιοσύνη, την αποκαλεί «ευγενή βλακεία» και υπερασπιζόμενος το δίκαιο του ισχυρού (των τότε ισχυρών που ευρίσκοντο εντός των καταστάσεων) θεωρούσε ότι ναι, καλώς εφαρμόζεται το «το του κρείττονος συμφέρον», δηλαδή το δίκαιο του ισχυρού.

Συνεπώς,

αυτά που σήμερα Κύπρος 2019 μ.Χ. συμβαίνουν στην δικαιοσύνη μας δεν είναι φαινόμενο τοπικά και χρονικά ενδημικό – παντού και πάντοτε συνέβαιναν γεγονότα προς συζήτηση/έλεγχο στην δικαιοσύνη. Απλώς, τώρα έχουμε τα έστω ενίοτε υπερβολικά Μ.Μ.Ε. και έτσι μαθαίνουμε διάφορα που πριν μερικές δεκαετίες μπορεί και να μην έβγαιναν έξω από το καβούκι τους λόγω μή ύπαρξης τότε της μαζικής πληροφόρησης.

Η δικαιοσύνη της Κύπρου εν τη διαχρονία του βίου της πάντοτε είχε πρόβλημα. Από πού να αρχίσουμε;

Ας αρχίσουμε από τα εγγενή.   

Μέχρι και το 1989, οι αποφάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου δηλαδή το επικουρικό μας δίκαιο (νομολογία), ήταν γραμμένες στην Αγγλική. 'Ηταν κατάσταση ντροπιαστική και μάλιστα με την κάλυψη ανάλγητου νόμου του ελεύθερου μας κράτους (που υποτίθεται ότι εξέφραζε τον λαό μας) και ο οποίος νόμος για τριάντα ολόκληρα χρόνια, νοσταλγώντας την από το 1959 πεθαμένη κατάσταση της αποικιοκρατίας, λαθροσυντηρούσε ως ζόμπι την Αγγλική γλώσσα στα δικαστήρια μας: δηλαδή πλήρης περιφρόνηση προς τον λαό μας αφού ακόμη και οι νομικοί δυσκολεύονταν ή ακόμη άλλοι πολλοί αδυνατούσαν πλήρως να διαβάσουν το σε ξένη γλώσσα νομολογιακό δίκαιο αλλά και τις πλείστες άλλες εν ισχύει πρώην κατοχικές νομοθεσίες προεξαρχόντων των «chapters», πόσο μάλλον χειρότερα ήταν τα πράγματα για τον συγχωριανό μου απλό άνθρωπο, τον γεωργό, τον οικοδόμο, τον βοσκό, τον εργάτη, από την Βασίλεια της Κερύνειας.  Μα πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να διαβάσει το δίκαιό του, το δικό του δίκαιο το οποίο με εντολήν αυτού και γι' αυτόν τον ίδιο τον απλό, όμως μεγαλειώδη άνθρωπο της ζωής παρήχθη; (υποτίθεται). Αυτό αποτελούσε περιφρόνηση και καθύβριση της Θέμιδας και των ανθρώπων μας, αφού η δικαιοσύνη τους «μιλούσε»(;) χωρίς όμως αυτοί να καταλαβαίνουν λέξη τι τους έλεε. Αυτό το πρόβλημα ευτυχώς λύθηκε με υποχρεωτική -λέει- χρήση της Ελληνικής γλώσσας: δηλαδή το αυτονόητο, ακούστε από δώ και μπρος τέρμα οι Αγγλικούρες, χρήση της επίσημης γλώσσας του κράτους πλέον στην δικαιοσύνη. Αρα λοιπόν, η νομοθετική εξουσία η οποία είναι ο εκπρόσωπος του λαού μας (βουλή των αντιπροσώπων λέγεται) ως ο απόλυτος άρχοντας του «νομοθετείν», αδιαφόρησε και ολιγώρησε των καθηκόντων της, περιφρονώντας τους εντολείς της και παρανομώντας για 30 συνολικά χρόνια αποφάσισε τελικά να διατάξει την δικαιοσύνη να μιλήσει Ελληνικά. Κάποιοι μάλιστα τότε προέβαλλαν την γελοία δικαιολογία ότι αυτό συνέβαινε διότι το πρόβλημα ήταν πρακτικό: τινές εκ των δικαστών δεν γνώριζαν καλά την Ελληνική, δηλαδή δεν γνώριζαν καλά την επίσημη γλώσσα  του κράτους που υπηρετούσαν. Πρέπει μάλλον να ήταν ένα αστείο!

Οι δικαστές μας δεν περνάνε από σχολή δικαστών και θαυμάζουμε τους δικηγόρους που, ενώ την μια μέρα είναι μαζί μας στην καφετέρια του δικαστηρίου, την επαύριο ανεβαίνουν στην έδρα. Με την ευκαιρία αυτή να τονίσουμε το «άκυρο» και υπερβαλλόντως άκομψο ακόμη και για τον ίδιο τον δικαστή να διορίζεται δόκιμος, ήτοι επί δοκιμασία (η λέξη «προσωρινός» είναι ... αδόκιμη, διότι το εξεταστικό/ελεγκτικό στοιχείο που αφορά τον πρωτοδιοριζόμενο δικαστή δεν είναι αυτό της προσωρινότητας(χρονικά) αλλά αυτό του επί δοκιμασία διορισμού), στην ίδια την πόλη του.

Δεν υπάρχουν εξετάσεις ώστε να γίνεται μια ισχυρή και επαρκέστατη αξιολόγηση των δικηγόρων (όπως απαιτεί η θέση δηλαδή) για πρόσληψη τους ως δικαστών, την ίδια στιγμή που και για την πιό απλή κυβερνητική θέση ναι, υπάρχουν εξετάσεις.

Ας ανατρέξουμε χρονικά /μικρο-ιστορικά.        

Η  τυραννία της Αγγλοκρατίας έκανε βεβαίως την εκ κληρονομικής διαδοχής ζημιά της.

Επί αποικιοκρατίας δίκαζαν τον κόσμο μας Εγγλέζοι κατακτητές «δικαστές», παράνομοι δηλαδή ψευδοδικαστές, και οι οποίοι κατεδίκαζαν εις θάνατο τους ήρωες της ΕΟΚΑ, δηλαδή αυτούς που έδιωξαν αυτούς τους «δικαστές» και την στυγνή αποικιοκρατική τους παρέα και μας παρέδωσαν εθνικοϊστορική κληρονομιά το σημερινό μας κράτος το οποίο αυτό κράτος και μόνο αυτό, το οποίο λέγεται «δημοκρατία της Κύπρου», μπορεί να διορίζει νόμιμους φυσικούς δικαστές να μας δικάζουν. Μάλιστα, η ιστορία κατέγραψε στα σκουπίδια της τον παράνομο κατοχικό «δικαστή» B.V Shaw, του «ειδικού δικαστηρίου Λευκωσίας», ο οποίος καταδίκασε σε θάνατο τον μεγαλύτερο ήρωα της νεώτερης Ελληνικής ιστορίας, τον δεκαενιάχρονο  Ευαγόρα Παλληκαρίδη, για μεταφορά στις 18 Δεκεμβρίου του 1956 στο χωριό Λυσό Πάφου οπλοπολυβόλου Μπρεν και δύο γεμάτων γεμιστήρων (εκτός  όπλου, άρα μή έμφορτο) πάνω στο γαϊδούρι σε μή λειτουργική κατάσταση, ήτοι μέσα στα γράσα. Στην υπόθεση αρ. 666/57 (βασίλισσα(!) εναντίον Ευαγόρα Μιλτιάδου Παλληκαρίδη στις 25/2/1957, ο ως άνω «δικαστής» απαγγέλοντας την μονοσέλιδη εις θάνατο καταδίκη του Παλληκαρίδη είχε το θράσος να αναφέρει καταληκτικά «και είθε ο Θεός να φανεί ίλεως σε σένα», αντί ο ίδιος ταπεινά να ικετεύσει τον Κύριο να ελεήσει τον εαυτόν του. Αυτοί λοιπόν ήταν οι «δικαστές» της από το 1878 Εγγλέζικης κατοχής της πατρίδας μας, οι οποίοι ασφαλέστατα δεν ήταν νόμιμοι, ούτε βεβαίως και ήταν φυσικοί δικαστές, διότι απλά δεν ανήκαν γενεαλογικά και ασφαλώς ούτε και εθνικά στην κοινωνία μας, δεν μιλούσαν την γλώσσα μας, δεν είχαν νομιμοποίηση δικαίου από γραπτό και άγραφο νόμο του ίδιου του λαού μας και από τον υπέρτατο ηθικό νόμο του Φυσικού δικαίου, άρα ήταν παράνομοι. Φανταστείτε τον κατ΄αναλογία αντίθετο συλλογισμό: Για παράδειγμα ένας Κύπριος δικαστής, μετά από παράνομη αποικιοκρατική/στρατιωτική κατοχή της Αυστρίας από την Κύπρο, να κάνει τον δικαστή στην Αυστρία, χωρίς την εκ του νόμου εξουσιοδότηση των νομίμων αυτοχθόνων κατοίκων της Αυστρίας, χωρίς να ξέρει τα της Αυστριακής κοινωνίας, χωρίς να ξέρει την γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, την σκέψη τους, χωρίς … χωρίς…των εκεί κατοίκων. Μα αυτό είναι δικαιοσύνη; Με την ευκαιρία αυτή να καταγράψουμε ότι μας εκπλήσσουν τα μάλα παλιές φωτογραφίες στις οποίες παράνομοι δικαστές της αποικιοκρατίας συχνάκις έφεραν (δεν ξέρουμε τον λόγο) κάλυπτρα του ενός ματιού.

Στην πορεία υπήρξε ένα πολύ φωτεινό σημείο στην δικαιοσύνη μας, μια απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου η οποία κέρδισε τον απόλυτο προσωπικό μας θαυμασμό:

Ναι, ήταν μια τομή, μια σπουδαία λύση, που δεν κρύφτηκε στα «μα έτσι λέει ο νόμος, μα δεν μπορούμε να υπερβούμε τα…»  ούτε και κατέφυγε σε α-νομικές περιστροφές, εν κατακλείδι ήταν μια νομικά απόλυτα θαρραλέα απόφαση ισχυρά στηριζόμενη στα αιώνια θεμέλια της φυσικής δικαιοσύνης -

Η υπόθεση Γενικός εισαγγελέας εναντίον Μουσταφά Ιμπραήμ του 1964.

Το 1964, με την Τουρκοκυπριακή ανταρσία κατά της δημοκρατίας της Κύπρου  οι ξένοι(;) πρόεδροι (αν είναι δυνατόν να υπήρχαν ξένοι δικαστές, άρα μή φυσικοί δικαστές και μάλιστα ως πρόεδροι – άραγε ήταν νομικοί οι συντάξαντες το έστω δοτό μας σύνταγμα;) του ανωτάτου και του συνταγματικού δικαστηρίου απεχώρησαν από τα καθήκοντα τους.  Και επειδή έφυγαν  τί θα γινόταν λοιπόν; Θα κατέλυαν με την αποχώρησή τους το κράτος μας; Και εμείς θα κλείναμε το κράτος μας;

Τότε λοιπόν, η δικαιοσύνη μας στάθηκε στο ύψος των κρισίμων περιστάσεων και υπεράσπισε την πατρίδα. Καθοδηγούμενο από το φυσικό δίκαιο και με τοπικό οδηγό το δίκαιο της ανάγκης, με προσήλωση στην απόλυτη νομική νομική αρχή  'salus populi suprema lex esto', το Ανώτατο δικαστήριο Κύπρου υποστύλωσε την «συνταγματική τάξη προς θεμελίωση της νόμω κρατούσης πολιτείας». 'Ηταν ο θρίαμβος της Θέμιδας: η δημοκρατία της Κύπρου σώθηκε!

Η πορεία συνεχίζεται:

Συνέβησαν διάφορα από πλευράς δικαστών. Ας τα δούμε πολύ σύντομα ώστε να βοηθηθεί η παρούσα έρευνά μας.

-   Δικαστικό (οιονεί;) «πραξικόπημα».

'Οταν ο αείμνηστος Ράλλης Γαβριηλίδη διορίστηκε από τον πρόεδρο της δημοκρατίας ως δικαστής του ανωτάτου δικαστηρίου, οι δικαστές της Κύπρου κατήλθαν σε απεργία. Ο διορισμός αυτός δυνάμει του νόμου ήταν ορθός, πλην  όμως κατά την άποψη των δικαστών ανέκοπτε και παρέκαμπτε την πρακτική της επετηρίδας η οποία έλεγε ότι τα σκαλιά του ανωτάτου ανεβαίνει είς, είτε κατ΄εκλογήν, είτε κατ΄επιλογήν -συνήθως αρχαιότερος- πρόεδρος επαρχιακού δικαστηρίου. Ετσι, αυτή η έστω μεμονωμένη πράξη ανακοπής της κρατούσης εθιμικής προς το ανώτατο πορείας της δικαστικής επετηρίδας, ήταν αιτία πολέμου για τον δικαστικό μας κόσμο.  Όμως απλή ερώτηση: η αιτία πολέμου ποιόν αντίπαλο είχε και σε ποιόν στόχο κατέληξαν τα δικαστικά πυρά; Μα ασφαλώς στην ιδέα της δικαιοσύνης και κατ΄επέκταση στην ιδέα της υπηρεσίας προς τον λαό μας. Μα και για τις δύο αυτές μεγάλες και ιερές ιδέες, Θέμιδα και λαό, δεν ορκίστηκαν πίστη όλοι οι δικαστές ως «νεοσύλλεκτοι» όταν ανέλαβαν καθήκοντα;  

Και γιατί κατήλθε σε απεργία ο δικαστικός κόσμος ωσάν να ήταν ταγμένος  συνδικαλιζόμενος και μάλιστα αφού δεν είχε δίκαιο, μα πώς να είχε δίκαιο αφού ο περί διορισμού δικαστών νόμος, δεν ήταν με το μέρος του;

Ας δούμε με απλά λόγια γιατί δεν είχε δίκαιο :

α) Διότι τα δικαστήρια είναι όχι απλά ουσιώδης, αλλά ουσιωδέστατη υπηρεσία όπως ο στρατός, η αστυνομία, τα νοσοκομεία. Και αφού αυτές οι υπηρεσίες ταυτίζονται (αναλογικά) στο τί έχουν να προσφέρουν στην πατρίδα μπορεί κάποιος να φανταστεί και πάλι αναλογικά να κάνει απεργία ο στρατός μας;

Να θυμίσουμε (όχι με χαιρεκακία, αλλά με θλίψη) το γεγονός ότι διαρκούσης  της δικαστικής απεργίας αφέθη ελεύθερος υπόδικος διότι δεν είχε «μέσα» δικαστή.

β) Διότι ο συγκεκριμένος διορισμός αν και παρέκαμπτε την πρακτική της δικαστικής επετηρίδας, όμως με βάση τον περί διορισμού δικαστών στο ανώτατο δικαστήριο, ναι ήταν ορθός. Μα δεν υπερισχύει της πρακτικής ο νόμος; Αρα λοιπόν, αφού δεν παραβιάστηκε κάποιος νόμος, ποιό το νομικό έρεισμα της απεργίας; 

Θα έπρεπε λοιπόν να είχαν υπερβεί οι τότε δικαστές, εκείνη την λανθασμένη κατά την κρίση μας ψυχολογία της επαγγελματικής ανελικτικής προσμονής, εγγυημένης μορφής αφού ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία», στο περί δικαιοσύνης κεφάλαιο αναφέρει ότι: «η δικαιοσύνη ορίζεται ως αγαθό που δεν στοχεύει στην ευδαιμονία όποιου την ασκεί αλλά στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια είναι η κράτιστη των αρετών διότι δεν ασκείται προ ίδιον όφελος αλλά προς χάριν τρίτου.

-    Αρνηση δικαστών να υποστούν ομού ό,τι και ο λαός μας.

Νομικός νεολογισμός: «Αυτοδικασμός δικαστών».

Μας στεναχώρησε και μας απογοήτευσε η μέσω δικαστικής οδού εκφρασθείσα άρνηση μερίδας δικαστών να υποστούν μείωση του μισθού τους όταν η πατρίδα το 2013 υπέστη οικονομική καταστροφή και ο κόσμος μας κατεξευτελίστηκε, καταληστεύτηκε και απώλεσε τα χρήματα του μόχθου και της τιμιότητάς τους με κλοπή τους μέσα από την τράπεζα. Το σύστημα ονόμασε τότε κατ' ευφημισμό την κλοπή αυτή «κούρεμα», κάτι που δεν έγινε σε καμία άλλη χώρα του κόσμου. Πώς όμως είναι δυνατόν μέσα στην τόση δυστυχία και απελπισία του λαού μας να υπάρχουν δημόσια άτομα τα οποία να συμπεριφέρονται άτεγκτα μέσα από αυτόν τον τρόπο σκέψης και, επέκεινα, δράσης, την στιγμή μάλιστα που η μισθολογική εκείνη μείωση εγένετο για όλους τους εργαζομένους στο δημόσιο ως συμβολή βοήθειας και αλληλεγγύης στους συνανθρώπους μας που υπέστησαν αυτά που υπέστησαν και δεν είχαν να φάνε;

Πώς είναι δυνατόν το λειτούργημα του «δικάζειν» εμφανώς να αποτιμάται οικονομικά και να ζητά να αμοίβεται (πέραν βεβαίως της κάλυψης της ορατής βασικής ανάγκης βιοπορισμού) με αυτόν τον τρόπο που φανερώνει ως καίριο (αυτό)σκοπό τα χρήματα;

-   Δικές μας σκέψεις για το θέμα αυτό των δικαστών.

Όπως, κάποιο πρόσωπο το οποίο κατέχει υψηλή δημόσια θέση, ή π.χ. κάποιος «δημόσιος άνδρας» ή κάποιος που πέρασε με υψηλό για την κοινωνία ιδεολογικό στίγμα δεν ανήκει πλέον στον εαυτό του, αλλά ανήκει στην ιστορία και την κοινωνία, έτσι και οι δικαστές ως υπηρετούντες το δημόσιο συμφέρον ανήκουν στην κοινωνία και ασφαλώς κατ' επέκταση υπόκεινται στην άμεση κρίση της. Συνεπώς, φρονούμε ότι νομιμοποιούμαστε να κρίνουμε και ελέγξουμε τους δικαστές, ασφαλώς όμως μέσα από τα γνήσια φίλτρα της καλής πίστης, πάντοτε στηριζόμενοι στην βάση του «έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος». 

'Ητοι -

Τινές εκ των δικαστών από την μια υπερτίμησαν τις δυνάμεις και τις εξουσίες που κατέχουν, ξεχνώντας ή το χειρότερο αγνοώντας την σοφή ρήση ότι ο «δικαστής δεν είναι εξουσία αλλά ασκεί την λαϊκή εξουσία». Από την άλλη, μέσα στην πλάνη αυτής της γλυκομέθης, υπετίμησαν το δημόσιο αίσθημα που με περίσσια  σκέψη ρέει μέσα από την σοφία του λαού μας ο οποίος ασταμάτητα ασκεί την δική του αλάνθαστη κρίση προς αυτούς. Όμως, και αν ακόμη είχαν μεγάλη ανάγκη από λεφτά τινές δικαστές, είναι μεν ανθρώπινο, μήπως όμως μπορεί κανείς ποτέ να αγνοήσει δύο πράγματα;

α) ότι όλοι -επαναλαμβάνουμε όλοι - οι άνθρωποι στον πλανήτη έχουν ανάγκη από λεφτά,

β) ότι βασικότατη αρχή δικαίου καλεί τον κάθε πολίτη να αποδεχτεί ότι το ατομικό συμφέρον κάμπτεται, ατονεί και υποτάσσεται στο δημόσιο συμφέρον.

Στο δια ταύτα, για τα όσα το 2019 τεκταίνονται: 

Ο μέγας προβληματισμός και το μέγα ερώτημα για την δικαιοσύνη μας - πώς επιτέλους θα κρίνονται και ελέγχονται οι δικαστές. 

'Ενας καλός νομικός θα μας έλεγε ότι όλα ξεκινούν ωραία και τελειώνουν απολυτρωτικά μέσα από το κατάλληλο/α ένδικο/α μέσο/α. Ας θεωρήσουμε ότι ναι η λύση είναι αυτή.

'Αρα λοιπόν, θα κάνουμε επιτέλους αυτό που δεν είχαμε για εξήντα χρόνια, το δικαστήριο κρίσης σε τρίτο βαθμό;

Ναι βεβαίως, μπορούμε να το κάνουμε μέσα από μια νέα επί τούτω νομοθεσία, μάλλον απλή.

Και βεβαίως, μπορούμε να φτάσουμε αν θέλουμε ακόμη και στον δέκατο βαθμό. 'Ετσι η αλυσίδα θα δουλεύει αναγωγικά μέσα από δικαστικό έλεγχο από πλευράς δικαστηρίων έναντι των αμέσως προς αυτά κατώτερων.

'Ητοι, το Α θα ελέγχει το Β, ως αμέσως κατώτερου βαθμού δικαστήριο έναντι αυτού. Δηλαδή, για παράδειγμα, ο τέταρτος βαθμός θα ελέγχει τον τρίτο, ο πέμπτος τον τέταρτο και δεν συμμαζεύεται. Και ευκαιρίες και «σημεία» για να αποταθούμε με ένδικα μέσα σε ανώτερο και σε ανώτερο του ανώτερου και ανώτερα των ανωτέρων πάντα θα υπάρχουν και, αν δεν υπάρχουν, οι δικηγόροι θα τα ανακαλύπτουν, αφού δεν μπορεί παρά πάντα κάτι να υπάρχει: από τον έλεγχο της «ορθής του νόμου εφαρμογής», την λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, μέχρι το κλασικό τέρας της δικαστικής πλάνης, την εσφαλμένη ερμηνεία νόμου ή όρου, τον έκδηλα ατυχή δικανικό συλλογισμό, την παραβίαση δικαιωμάτων, την γενικά εσφαλμένη/λανθασμένη κρίση, την ύπαρξη έκδηλων νομικών σφαλμάτων, τα «νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την καταδίκη» ή τα στοιχεία που ήταν άγνωστα κατά την εκδίκαση στο προηγούμενου βαθμού δικαστήριο, μέχρι και την άμεση ή και έμμεση «αναψηλάφιση» και την… Συνεπώς, τα ένδικα μέσα μπορεί και να μην τελειώνουν ποτέ και να παραμένουν ζωντανά ή να λαθροβιώνουν ακόμη και μετά τον θάνατο των ανθρώπων διαδίκων… Πάντα κάτι θα υπάρχει. Ακόμη και να φτάσουμε στο εκατομμύριο (σε βαθμό δικαιοδοσίας/προσφυγής) θα έχουμε πάντα μπροστά μας, με έκπληξη είτε χωρίς έκπληξη, έναν αήττητο πρακτικά και μή επιδεχόμενο κρίσης τελευταίο βαθμό, εκτός αν η επιστήμη της κοσμολογίας, των μαθηματικών και της φυσικής ανακαλύψει την λύση του απείρου.

Συνεπώς: ποιός θα ελέγχει αυτόν τον «αήττητο» τελευταίο σε αριθμό βαθμό;  Ποιός και με ποιόν τρόπο, αφού είτε το θέλουμε εμείς οι άνθρωποι είτε όχι, ο τελευταίος βαθμός/αριθμός ανήκει στον Θεό;

Καταλήγουμε λοιπόν ότι ο ως άνω καλός νομικός, είναι μεν νομικά ορθός στην κρίση του ο άνθρωπος, όμως έχει πρόβλημα αφού οι συμβουλές του πρακτικά σκοντάφτουν στην καταληκτική εφαρμοστική τάξη του δικαίου.

Δεν λέμε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν ή ότι είναι άχρηστοι οι βαθμοί κρίσης.  Αντιθέτως, θα πρέπει να υπάρχουν, αφού είναι πολύ χρήσιμα εργαλεία τα οποία με σπουδή η Θέμιδα αναζητεί ως σημαντική συνεπικουρία ομού προς την ζυγαριά και το σπαθί της.

'Ομως, οι ανωτέρω προβληματισμοί δεν μπορεί να αγνοηθούν ή να καμωθούμε ωσάν να είμαστε πρωτοετείς φοιτητές νομικής ότι τα (πολλά) ένδικα, μέσα από την συναθροιστική τους ισχύ, θα θεραπεύσουν την πάσα νομικήν νόσο.

Συνεπώς,

όσο συνειδητά και να προσπαθήσουν οι νομοθέτες μας να δώσουν στην κοινωνία και άλλους βαθμούς δικαστικής κρίσης, και μάλιστα με δεδομένο ότι οι πλείστοι είναι νομικοί (αυτό είναι πολύ καλό), καταλήγουμε σε αλυσιτελή αποτελέσματα και με απογοήτευση θα συμπεραίνουμε εκ των υστέρων ότι επρόκειτο για φιλότιμη πλην Σισύφεια προσπάθεια διότι το θέμα δεν εξαντλείται μαγικά εδώ. Διότι απλά δεν τελειώσαμε…

Όμως υπάρχει η λύση. 

Η λύση είναι:

αυτό που δεν διδάσκεται στις νομικές σχολές

αυτό που δεν πωλείται σε καταστήματα

αυτό που δεν μπορούμε να το «κατεβάσουμε» από το διαδίκτυο:

η συνείδηση δικαιοσύνης

Ναι, είναι αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το υψηλό εσωτερικό ιδίωμα  και το άριστο προτέρημα που πρέπει να λάμπει και θριαμβευτικά να βασιλεύει στην ψυχή του κάθε δικαστού, σε όποια βαθμίδα και αν βρίσκεται. Αν η εσωτερική συνείδηση εντιμότητας και ακεραιότητας ασταμάτητα δουλεύει (και πρέπει να δουλεύει) στις ψυχές των δικαστών μας τότε ναι, θα έχουμε κερδίσει συντριπτικά το παιγνίδι της δικαιοσύνης.

Καταληκτικά -

Σκοπός μας δεν είναι να αρπάξουμε την ευκαιρία μέσα από την ροή της επικαιρότητας και να κατηγορήσουμε την δικαιοσύνη: ας μας πει κάποιος καλόπιστος άνθρωπος έναν δημόσιο τομέα ή χώρο δημοσίου συμφέροντος - πόσο μάλλον ο υπερευαίσθητος τομέας της δικαιοσύνης-  που δεν χρήζει τομής και βελτίωσης. Επειδή ζούμε για δεκαετίες τα δικαστήρια και τους δικαστές μας, με προσωπική βεβαιότητα λέμε ότι στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άνθρωποι ακέραιοι και δίκαιοι.

Ας βοηθήσουμε όμως όλοι να γίνουν τα πράγματα καλύτερα.

•             Μία παράμετρος, ισχυρά σημαντική στις προσπάθειες για καλυτέρευση της δικαιοσύνης μας, είναι η συμβολή της πολιτείας. Η πολιτεία οφείλει να  διορθώσει το σπίτι της και πρέπει να τηρεί,  να πρεσβεύει και να ζει αφ' εαυτής και εξ ιδίοις τις αρχές της «αριστοκρατίας». Το πολίτευμα πρέπει εν γένει να είναι «αριστοκρατικό» και με υπερηφάνεια να βασιλεύει η αριστο – κρατία, ήτοι να «κρατούν» ( να διοικούν) οι άριστοι στο ήθος, στον χαρακτήρα, στην τιμιότητα, στην φιλοπατρία και στις ικανότητες πολίτες. Αυτοί και μόνο αξίζει να κυβερνούν τον τόπο. Αυτούς θέλουμε και αυτούς ασταμάτητα αναζητούμε εμείς οι Ελληνες από την εποχή της Πλάτωνος πολιτείας, και του πανεπιστήμονα Αριστοτέλη.

•             Δυστυχώς, με την κατάργηση της άμεσης δημοκρατίας του 500 π.Χ (δηλαδή της αληθινής δημοκρατίας) του Κλεισθένη στην Αθήνα η οποία συνεδρίαζε με 6.000 πολίτες το ολιγότερο και με 500 συντονιστές στην Πνύκα και την εγκληματική μετέπειτα υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας η πολιτειακή ιστορία της ανθρωπότητας για 2519 χρόνια κοιτάζει πίσω και όχι μπροστά, αφού δεν μπορεί πλέον να παραχθεί αληθινή δημοκρατία η οποία με ασφάλεια κρίσης θα δώσει τα ηνία της πολιτείας στους «Αριστους».

•             Επιπλέον, πέραν των ανωτέρω υπάρχει και επικουρική λύση, κατά την ταπεινή μας γνώμη:

Το φυσικό δίκαιο.

- Καταλήγουμε στο «περιφρονημένο»  πλην μεγαλειώδες, υπέρτατο δίκαιο: 

το Φυσικό δίκαιο.

Ο κορυφαίος των προαναγεννησιακών φιλοσόφων, Θωμάς ο Ακυινάτης, αναφέρει ότι ο Φυσικός νόμος δεν διαφέρει από τον Αιώνιο νόμο του Θεού αλλά αποτελεί μέρος αυτού.  Ως έννοια, ο Φυσικός νόμος ορίζεται ως η συμμετοχή των έλλογων όντων στον Αιώνιο νόμο.

Συνεπώς, το Φυσικό δίκαιο είναι αλάνθαστο και εντελώς απρόσβλητο από ανθρώπινες παρεμβάσεις, υποβολές, παρεμβολές και επί τούτω σκόπιμες επεμβάσεις. Το Φυσικό δίκαιο είναι αυτό που κρίνει και θεωρεί σωστό, λογικό, εύλογο και ισορροπημένο η ψυχή και η συνείδηση του μέσου λογικού και έντιμου ανθρώπου.

Είναι το ισχυρότερο των δικαίων και, έτσι, σε περιπτώσεις υψηλών και δυσεπίλυτων, ή ακόμη και απλών νομικών θεμάτων, υπερισχύει ως αλάνθαστος οδηγός έναντι του Θετού δικαίου.

Ο θρίαμβος του φυσικού δικαίου: Η μεγαλύτερη δίκη της νεώτερης παγκόσμιας ιστορίας, η δίκη της Νυρεμβέργης, διεξήχθη με εφαρμοστέο δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο το Φυσικό δίκαιο.

Ας μην διστάζουν λοιπόν οι δικαστές μας να εφαρμόζουν το υπέρτατο δίκαιο (αφού ως υπέρτατο που είναι, άρα υπερισχύει και δή δεσμευτικά έναντι πάντων άλλων δικαίων) το Φυσικό δίκαιο όπου οι περιστάσεις, τα γεγονότα και οι συνθήκες το επιβάλλουν, παραμερίζοντας με τόλμη το θετό δίκαιο το οποίο κάποιες φορές μπορεί και να αποτελεί αμφίβολο και επί τούτω μή δίκαιο δημιούργημα ανθρώπινων καταστάσεων.

«Ου γαρ ο δικαστής ουδ΄ο βουλευτής ουδ΄ο εκκλησιαστής αλλά το δικαστήριο, η βουλή ο δήμος.»

*O Χρίστος Π. Σάββα είναι Στρατιωτικός μελετητής, Ιστορικός  αναλυτής,  συγγραφέας και δικηγόρος. 

Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com

Top