News Opinions Sigmalive Μνήμη Δ.Λυπουρλή&Μ.Ανδρονίκου-Τρεις Ιεράρχες και τα Ελλ.Γράμματα

Μνήμη Δ.Λυπουρλή&Μ.Ανδρονίκου-Τρεις Ιεράρχες και τα Ελλ.Γράμματα

Ο ήρωας Ηρακλής αντιμετώπισε από πολύ νέος το δίλημμα της επιλογής του δρόμου που θα ακολουθούσε στη ζωή: τον δύσκολο της Αρετής ή τον εύκολο της Κακίας. Οι δύο δυνατότητες προσωποποιήθηκαν με τη μορφή δύο γυναικών, της μιας που προσπαθούσε να τον κερδίσει με εξωτερικά θέλγητρα και υποσχέσεις, και της άλλης που – ισχνή και ατημέλητη – προοιώνιζε μια ζωή με ιδρώτα και κινδύνους. Ο Μέγας Βασίλειος επαινεί τον Ηρακλή που επέλεξε την οδό της Αρετής... Μια μέρα κάποιος έβριζε τον Περικλή στην αγορά. Ο μεγάλος πολιτικός όχι μόνο δεν του έδωσε σημασία, αλλά και, όταν σκοτείνιασε, πρόσταξε να του φωτίσουν τον δρόμο για να μπορέσει να γυρίσει σπίτι του. Τι άλλο θυμίζει η στάση του Περικλή, σχολιάζει επίσης ο Άγιος Βασίλειος, από την εντολή του Κυρίου «αν σε χτυπήσει κανείς στο ένα μάγουλο, να του στρέψεις και το άλλο»;

Τα παραδείγματα αυτά δεν αποτελούν παρά απτές μαρτυρίες του τρόπου με τον οποίο η διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου συγκεράστηκε με τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς και τον ελληνικό πολιτισμό, και οδήγησε στην διαμόρφωση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και στην ιδιοπροσωπία της ελληνικής και ορθόδοξής μας υπόστασης.

Με τηn σεμνή αυτή τελετή, κυρίες και κύριοι, τιμούμε απόψε την Γιορτή των Τριών Ιεραρχών και των Ελληνικών Γραμμάτων. Οι Τρεις Ιεράρχες ήταν Έλληνες, μορφώθηκαν στα νάματα της ελληνικής παιδείας, η συνάντηση όμως με τον Χριστό τούς άλλαξε τη ζωή, και η ελληνική τους ταυτότητα, μέσα από το φως της χριστιανικής αλήθειας, μεταμορφώθηκε σε ελληνοχριστιανική. Η αντίληψη περί Θεού του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη υπερέβη, με τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών, την τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέαν και την έννοια του κινοῦντος ἀκινήτου, και αποκαλύφθηκε η αλήθεια των τριών προσώπων του χριστιανικού Θεού, που βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέσεις κοινωνίας, ελευθερίας και αγάπης. Ο Θεός έπαψε να είναι μέρος του σύμπαντος, κι έγινε ο κύριος και δημιουργός του, και αυτός τον οποίο ο άνθρωπος ευχαριστεί για την ύπαρξή του. Ο άνθρωπος έπαψε να είναι μόνο σημαντικός. Έγινε εἰκόνα του Θεού και ζητεί την σωτηρία του μέσα από την ένωση με τον Θεό, ενώ το πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος έγινε πάντων χρημάτων μέτρον ὁ θεάνθρωπος. Το σώμα, τέλος, δεν είναι πλέον σῆμα ψυχῆς. Αντίθετα, μέσω της αθανασίας που χάρισε ο Χριστός στον άνθρωπο με τη σταύρωση και την ανάστασή Του, η αξία της ανθρώπινης ζωής παύει να είναι πεπερασμένη κι εκτείνεται στην αιωνιότητα.    

Αντίστοιχα, η ελληνορθόδοξη παιδεία ποιεί ήθος, καλλιεργεί δηλαδή ηθικές και πνευματικές αξίες. Διδάσκουμε ανθρωπιά, δικαιοσύνη και αγάπη στα παιδιά μας, είτε τους μαθαίνουμε το οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν της Αντιγόνης είτε το ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ἡμῶν και το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη. Η ελληνορθόδοξη παιδεία, ακόμη, με τη σπαρτιατική λιτότητα, το αθηναϊκό μέτρο και την ασκητική εγκράτεια διδάσκει την αποστροφή στον υλισμό και τον κενόδοξο ευδαιμονισμό, εφόδιο το οποίο, αν κοσμούσε όλους, ο σημερινός κόσμος δεν θα παρέπαιε στη δίνη της οικονομικής κρίσης και του ανταγωνισμού. Η ελληνορθόδοξη παιδεία φέρνει τις θετικές επιστήμες κοντά στις ανθρωπιστικές, προσφέροντας πρότυπα, όπως του μαθηματικού, μουσικού και φιλοσόφου Πυθαγόρα, ή του μεγάλου Αριστοτέλη, που δίδασκε στην Ακαδημία του Φιλοσοφία, Ηθική και Πολιτική, δίπλα σε Φυσική, Μαθηματικά και  Βιολογία. Δίνει ακόμα η ελληνορθόδοξη παιδεία πνευματικό νόημα στην τεχνολογία και αποτρέπει την εγκληματική της χρήση. Αν ήταν ουσιαστικοί μέτοχοι σε αυτήν, δεν θα έφτιαχναν όπλα μαζικής καταστροφής κάποιοι μηχανικοί ούτε θα εμπορεύονταν μέλη ανθρωπίνου σώματος κάποιοι γιατροί. Τέλος, η ελληνορθόδοξη παιδεία καλλιεργεί την προσήλωση στα θεμέλια της ύπαρξής μας, την αγάπη για την πατρίδα, την ιστορία και κυρίως την γλώσσα. Έτσι, τα ηρωικά πρότυπα ανά τους αιώνες γίνονται μάθημα αυτοθυσίας στον βωμό της ελευθερίας και της δημοκρατίας, και διαμορφώνουν συνειδήσεις που καθορίζουν το μέλλον, ενώ η ελληνική μας γλώσσα αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της ιστορικής μας συνέχειας και ύψιστο πολιτισμικό αγαθό.  

Δύο σύγχρονους Δασκάλους των ελληνικών γραμμάτων και της ελληνικής παιδείας, που δεν είναι πια ανάμεσά μας, μνημονεύουμε απόψε: τον Δημήτριο Λυπουρλή, που έφυγε πριν δύο μήνες, και τον Μανόλη Ανδρόνικο, που φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Όταν το 1977 ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος ανέσκαψε στην Βεργίνα της Βέροιας έναν ασύλητο τάφο και μια χρυσή λάρνακα με ανθρώπινα οστά, και ισχυρίστηκε πως ανήκαν στον βασιλιά Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας, ίσως να μην μπορούσε να φανταστεί πως η ανακάλυψή του θα θεωρείτο η σημαντικότερη της ελληνικής αρχαιολογίας τον 20ο αιώνα. Πολύ σύντομα αποδείχτηκε πως τα ευρήματα ήρθαν στο φως την κατάλληλη στιγμή, για να δώσουν άλλη μια αποστομωτική απάντηση στους Σκοπιανούς παραχαράκτες της ιστορίας, οι οποίοι ήδη προέβαλλαν ρητές διεκδικήσεις στη γη και στο ιερό όνομα της Μακεδονίας. Το θράσος των βορείων γειτόνων και η φαιδρότητα των αξιώσεών τους γίνονται περισσότερο αντιληπτά, όταν αναλογιστούμε ότι είναι την πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που αμφισβητούν, και του Αριστοτέλη! Ποιον πολιτισμό, αν όχι τον Ελληνικό, διέδωσε ο Μακεδόνας βασιλιάς στα πέρατα της οικουμένης; Και ποιαν γλώσσα, αν όχι την Ελληνική, μιλούσε κι έγραφε ο δάσκαλός του, όταν έδινε στα έργα του τα ονόματα «Φυσικά», «Όργανον» και «Ρητορική»; Ανεκτίμητη, λοιπόν, η προσφορά του Ανδρόνικου στην ιστορία της πατρίδας, έστω κι αν η πολιτική δεν την αξιοποίησε όσο έπρεπε.

Λαμπρή όμως είναι και η μορφή του ως στοχαστή. Τα κείμενά του διασώζουν τις ευαισθησίες και τους καίριους προβληματισμούς του για όλα τα μεγάλα ζητήματα της νεοελληνικής ζωής.

Διαβάζουμε ανάμεσα στα άλλα:

«Το κρισιμότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι αυτό της παιδείας, από το οποίο εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα… Οι στόχοι της αληθινής παιδείας είναι ουσιαστικότεροι από την εξασφάλιση βιοτικής ευημερίας, απλώς δηλαδή του ζην. Η παιδεία πρέπει να αποβλέπει στο ευ ζην… Η γνώση του παρελθόντος αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο εθνικής αυτογνωσίας, τον κύριο και καίριο παράγοντα για την επιβίωση ενός λαού… Με την βράβευσή τους με το Νόμπελ ο Σεφέρης κι ο Ελύτης, και με το Λένιν ο Βάρναλης κι ο Ρίτσος, μπορούν να αντισταθμίσουν πολλές …οικονομικές κατακτήσεις των ημερών τους. Έστω κι αν η Ελλάδα διπλασίαζε το εθνικό εισόδημά της, χωρίς όλους τους τεχνίτες του λόγου, του ήχου και του χρώματος, και χωρίς τους επιστήμονες, που της επιτρέπουν να συμπορεύεται ομότιμα με τα καλλιεργημένα έθνη, θα ήταν τρομακτικά φτωχή και ασήμαντη…» 

Διαχρονικές οι σκέψεις του Ανδρόνικου, φωτεινή όμως ήταν και η εικόνα του ως πανεπιστημιακού. Ο εκλαϊκευμένος επιστημονικός του λόγος συνδύαζε την αμεσότητα του δασκάλου με την ακρίβεια του ειδικού. Τα κατάμεστα από φοιτητές όχι μόνο της Φιλοσοφικής αλλά και άλλων σχολών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αμφιθέατρα την ώρα των παραδόσεών του, μαρτυρούσαν την απήχηση που είχε ο λόγος του: αφενός εξαιτίας της πλούσιας εμπειρίας και ζωντάνιας του, αφετέρου όμως εξαιτίας της αληθινής του αγάπης για τη νεολαία, για τα ενδιαφέροντα και τους καημούς της, που ήταν διάχυτη σε κάθε ιστορία που διηγούνταν και σε κάθε συμβουλή που έδινε.

Σπουδαίος σαγηνευτής με τον λόγο του ήταν κι ο δεύτερος μεγάλος Δάσκαλος που μνημονεύουμε απόψε, καθηγητής κι αυτός στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, ο Δημήτριος Λυπουρλής, ο θάνατος του οποίου έκανε φτωχότερη την Ελλάδα. Παραμυθάς, με τη γοητεία του λόγου του, αλλά και επιστήμονας, με την ακρίβεια της παρατήρησης και την εγκυρότητα της έρευνάς του, ο Λυπουρλής ανάλωσε τη ζωή του στη μελέτη των έργων του μεγάλου Κώου γιατρού, του Ιπποκράτη, και του μεγάλου μακεδόνα φιλοσόφου, του Αριστοτέλη.

Τιμώντας την μνήμη του μεγάλου Δασκάλου διαβάζουμε ένα απόσπασμα από την πολυσέλιδη εισαγωγή του στα Ηθικά Νικομάχεια – ένα από τα ηθικά έργα του Αριστοτέλη, διαχρονικά επίκαιρο, που πραγματεύεται την έννοια του αγαθού:

«Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά πραγματεύονται ενιαίο θέμα: το θέμα της συμπεριφοράς του ανθρώπου... Η λεγόμενη ηθική αρετή είναι στην πραγματικότητα (με την ευρύτερη έννοια) πολιτική αρετή… Για τον Αριστοτέλη – ας γενικεύσουμε: για τον αρχαίο Έλληνα – δεν ίσχυε η διάκριση μεταξύ ηθικής και πολιτικής αρετής. Με τα ίδια μέσα και για τον ίδιο σκοπό ήταν κανείς αγαθός ανήρ ή το αντίθετό του, και αγαθός πολίτης ή το αντίθετό του. Με άλλα λόγια: το κάθε συγκεκριμένο άτομο φρόντιζε να κάνει δικές του τις επιμέρους αρετές, για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά ως πολίτης, ως συμπολίτης. Δεν την ήθελε για άλλον λόγο ο αρχαίος Έλληνας τη σωφροσύνη, δεν την ήθελε για άλλον λόγο την ανδρεία, την ελευθεριότητα, την πραότητα, την αλήθεια, την ευτραπελία, τη φιλία, τη δικαιοσύνη, παρά μόνο για να μπορεί να λειτουργεί σωστά μέσα στην πόλη του. Άξιος της πόλεως, ιδού ο στόχος του Έλληνα πολίτη – και, φυσικά, πολύ βαριά η ιδιότητα του ανάξιου πολίτη…»    

Προφητικώ τω τρόπω για τις μέρες μας (και όχι μόνο), ο Αριστοτέλης διασυνδέει – και ο Λυπουρλής το επισημαίνει εμφαντικά – τις έννοιες ἀγαθός ἀνήρ και ἀγαθός πολίτης, τονίζοντας πως δεν νοείται άνθρωπος σώφρων, δίκαιος και ανδρείος, που να μην λειτουργεί έτσι προς όφελος της πόλης, της πατρίδας του. Δυστυχώς στις μέρες μας κάθε άλλο παρά βρίσκει εφαρμογή το ηθικό πρότυπο του σταγειρίτη. Ο Ελληνισμός μαστίζεται από οικονομική, πολιτική και ηθική κρίση, και υποσκάπτεται από δελεαστικές θεωρίες και διαβρωτικές ιδεολογίες, που μεθοδεύουν την εθνική, γλωσσική και θρησκευτική του αποδόμηση, και από πολιτικούς που ξεπουλούν τα πάντα στα παζάρια του κόσμου, στο όνομα των σκοπιμοτήτων και των συναλλαγών.   

Η μόνη απάντηση στην παρακμή και στην φθορά είναι ό,τι αποτελεί την πεμπτουσία του αξιακού συστήματος των αρχαίων Ελλήνων: αλήθεια, μέτρο, δικαιοσύνη, απλότητα, σύνεση, φιλία, ανδρεία, ενδιαφέρον για τα κοινά – εν ολίγοις, πολιτική αρετή. Αν σε αυτά προστεθεί η αγάπη προς τον πλησίον και η πίστη στον ενανθρωπήσαντα Χριστό και στο Ευαγγέλιο, ολοκληρώνονται οι αρχές που εδώ και πάνω από δυο χιλιετίες παρέχουν στέρεο υπόβαθρο και εφοδιάζουν με σθένος τη φυλή μας.    

Την δύναμη, συνεπώς, για να υπερβούμε και τον σημερινό σκόπελο, θα την αντλήσουμε πάνω απ’ όλα από την παράδοσή μας. Αντί να αδρανούμε, να περιμένουμε από μηχανής Θεούς και να αφηνόμαστε στο έλεος δημαγωγών κι επιτηδείων, ας στρέψουμε το βλέμμα στις ζωογόνες δυνάμεις που ανέκαθεν τροφοδοτούσαν τον Ελληνισμό. Με αυτές ως βάση, και σε συνδυασμό με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση και την απαραίτητη προσαρμογή στις τωρινές συνθήκες ζωής, θα επιτύχουμε την ανάκτηση του χαμένου εδάφους και την στόχευση πιο ευοίωνου μέλλοντος. 

Κυρίες και κύριοι, μιας και ο λόγος είναι για τα γράμματα και την παιδεία, δεν υπάρχει, νομίζω, πιο εύστοχος τρόπος για να τελειώσουν οι σκέψεις αυτές, παρά με ένα μικρό ακόμα απόσπασμα από τον Δημήτριο Λυπουρλή:

«Να γιατί θεωρώ», καταλήγει ο Αριστοτέλης, «ότι σωστότερη παιδεία και αγωγή είναι αυτή που μας μαθαίνει χαίρειν τε καί λυπεῖσθε οἷς δεῖ, να χαιρόμαστε, δηλαδή, και να ευχαριστιούμαστε, να λυπούμαστε και να δυσαρεστούμαστε με αυτά που πρέπει. Το μόνο δικό μου σχόλιο (λέει ο Λυπουρλής) ας είναι: Δεν ξέρω, στ΄ αλήθεια, καλύτερον ορισμό της παιδείας. Δεν είναι κρίμα, τόσο υψηλές συλλήψεις να μένουν στην ζωή μας απλά όνειρα; Και ίσως –στο τέλος τέλος– να μην είναι και τόσο δύσκολη η πραγματοποίησή τους.»    

Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com

*Β.Δ. – Φιλόλογος 

Top