News Opinions Sigmalive Αντικειμενική αξιοκρατία στην Ετήσια Έκθεση Δημ Υπαλλήλων

Αντικειμενική αξιοκρατία στην Ετήσια Έκθεση Δημ Υπαλλήλων

Η Ετήσια Αξιολόγηση των Δημοσίων Υπαλλήλων στηρίζεται σε ένα σύστημα το οποίο εκτιμώ ότι έχει εγγενείς ουσιωδέστατες παθογένειες, εκ των οποίων θα σταθώ στην έλλειψη παροχής αιτιολογίας σ’ αυτή από τους αξιολογούντες.
 
Καταρχάς, σύμφωνα με τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπαλλήλων) Κανονισμούς του 1990-1993 (Κ.Δ.Π. 386/90 και Κ.Δ.Π. 110/93) δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση των Λειτουργών Αξιολόγησης για αιτιολόγηση των οποιωνδήποτε μειώσεων της βαθμολογίας στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις.  Απλώς, το άρθρο 9 των εν λόγω Κανονισμών προβλέπει ότι «αν υπάρχει πρόθεση όπως διατυπωθεί στην Υπηρεσιακή Έκθεση οποιαδήποτε δυσμενής κρίση, παρέχεται η ευκαιρία στον υπάλληλο να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις του προτού ληφθεί η τελική απόφαση».  
 
Η μη υποχρέωση, όμως, παροχής πλήρους, σαφούς και τεκμηριωμένης αιτιολογίας της όποιας μείωσης καθιστά απόλυτα ευάλωτους και εκτεθειμένους τους αξιολογούμενους σε αξιολόγηση σκοπιμότητας και όχι νομιμότητας, αυθαιρεσίας, μεροληψίας, υποκειμενικής αυθαιρεσίας, έλλειψης δίκαιης κρίσης, αναξιοκρατίας, εξωγενούς κρίσης, έλλειψης κράτους δικαίου και κατάχρησης εξουσίας, καθώς η αξιολόγηση των υπαλλήλων θα πρέπει να διαμορφώνεται με προσεγγίσεις αξιοκρατικής, αντικειμενικής και δίκαιης εξατομικευμένης και αντιπροσωπευτικής αξιολόγησης,  αποκλειστικά κατά το λόγο της προσωπικής αξίας και ικανότητάς τους, ώστε να τυγχάνουν αντικειμενικής υπαλληλικής σταδιοδρομίας, ευνομίας και διαφάνειας και όχι στη βάση π.χ. αθέμιτων και αντιπαραγωγικών διαπροσωπικών δεσμών εύνοιας ή δυσμένειας (μεμονωμένα ή μαζικά) π.χ. για φιλικούς, συνδικαλιστικούς ή κομματικούς λόγους.
 
Άλλωστε η αναγκαιότητα παροχής της δέουσας αιτιολογίας πηγάζει από την αρχή της νομιμότητας και την ανάγκη να διαπιστώνεται η ορθή εφαρμογή του Νόμου, ώστε να διευκολύνεται ο δικαστικός έλεγχος (Δημοκρατία ν. Krashias Industries Ltd (2009) 3 A.A.Δ. 92) και «Η ανάγκη της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων απορρέει βεβαίως από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου» (Α.Κ. v. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πρ. αρ. 1329/2014, ημ. 9.9.2015). 
 
Όπως πολύ ορθά λέχθηκε στην υπόθεση Λ.Ζ.Κ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4Α Α.Α.Δ. 356:
 
«Το βάρος απόδειξης δεν έχει σχέση με την υποχρέωση αιτιολογίας με την οποία δεν πρέπει να συγχέεται και η οποία αποτελεί τη βάση της χρηστής διοίκησης: βλ. προσφ. αρ. 108/96 N.G. Car Hire v. Δήμου Αγίας Νάπας, ημερ. 13/2/97.
 
Όπως παρατηρεί ο Μ. Δ. Στασινόπουλος στον πρόλογο που έγραψε για τον Τιμητικό Τόμο του Συμβουλίου της Επικρατείας (I) 1929-1979 στη σελ. 7:
 
"Μόνον οπλισμένη με αιτιολογία, η διοικητική πράξη ημπορεί να πείσει τον δικαστή, ότι στηρίζεται στο νόμο και όχι στην αυθαίρετη κρίση του διοικητικού οργάνου."
 
Όπως λέχθηκε και στην απόφαση στις Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές Α.Α. κ.α. v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Συν. Πρ. αρ. 371/1996 κ.α., ημ. 28.6.1999:
 
«Η αιτιολογία δεν είναι τυπικό θέμα φραστικής διατύπωσης ώστε με την κατάλληλη επιλογή και συνδυασμό λέξεων υπό μορφή τύπου να ικανοποιείται. Η αιτιολογία είναι θέμα ουσίας βασικώτατο στη λήψη της απόφασης αφού συνιστά την έκφραση της λογικής της συγκεκριμένης επιλογής, χωρίς την οποία δεν νοείται ούτε σύννομη εκτέλεση του καθήκοντος του διοικητικού οργάνου ούτε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου». 
 
Επίσης, στην Χ.Δ. κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 4Α Α.Α.Δ. 371 αναφέρθηκαν τα εξής:
 
«Η αρχή της παροχής δέουσας αιτιολογίας για διοικητικές πράξεις είναι θεμελιακή. Όχι μόνο καταδεικνύει το δέοντα σεβασμό προς τον επηρεαζόμενο διοικούμενο στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης προς αποκλεισμό αυθαιρεσίας, αλλά και παρέχει την απαραίτητη δυνατότητα στο δικαστήριο, ως κριτή της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, να αποφανθεί επ’ αυτής σε συνάρτηση με κάθε πτυχή που τη διέπει.
 
 
Όπως ήδη αναφέρθηκε, αιτιολογία είναι θεμελιακή όσο και καθολική αρχή του διοικητικού δικαίου». 
 
Αντίθετα, είναι πολλαπλά ανεπίτρεπτο να γίνονται μειώσεις στα πλαίσια πολιτικής μειώσεων (αναφέροντας ότι η πρακτική μερικής μειωμένης βαθμολογίας για πρωτοδιοριζόμενους, η οποία αφορούσε την εκπαιδευτική υπηρεσία, στηλιτεύθηκε στη νομολογία μας - Α.Χ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 504) ή ακόμα και μειώσεων σκοπιμότητας για λόγους μελλοντικών προαγωγών, αφού έτσι αλλοιώνεται ο προσωπικός χαρακτήρας της αξιολόγησης, στα πλαίσια των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και σε τελική ανάλυση υπονομεύεται και προσβάλλεται το δημόσιο συμφέρον, με τη μη προώθηση των ικανότερων, πόσο μάλλον με την απειλή ανωτέρων σε αξιολογούντες να μειώσουν αξιολογήσεις υφισταμένων τους, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, θα μειώσουν τις δικές τους, κατακρημνίζοντας και καταπατώντας έτσι την αρχή του Κράτους Δικαίου, της ισότητας και της αξιοκρατίας.
 
* Ο Δημοσθένης Στεφανίδης είναι δικηγόρος. 
 
Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com
 

 

Top