Μεγάλη ανησυχία προκύπτει από την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι ενδεχομένως να δρομολογείται η εκ νέου αδειοδότηση της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο.

Όπως αποκαλύπτει η έκθεση για την πρώτη μεταμνημονιακή επιτήρηση της κυπριακής Οικονομίας, η καθυστέρηση της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων βάζει «ψύλλους στ’ αυτιά» των τεχνοκρατών της Κομισιόν, καθώς η διαδικασία της λύσης της εταιρίας, διαρκεί περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί.

Αν το σενάριο αυτό επιβεβαιωθεί, εκτιμάται ότι θα επιφέρει σοβαρές αναταράξεις στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά, με τις άλλες τράπεζες να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, λόγω της ενεργοποίησης του Σχεδίου Προστασίας Καταθετών (DGS).

Όσον αφορά στα ξένα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει στο χαρτοφυλάκιό της η πρώην Λαϊκή, η έκθεση αναφέρει ότι έχει μισθωθεί ειδικός σύμβουλος για τη διάθεσή τους, με την πρόοδο σε αυτή τη διαδικασία να είναι καλή, ενώ για τη διαχείριση της συμμετοχής της πρώην Λαϊκής στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο ανέρχεται στο σημαντικό ποσοστό 9,6%, που είναι και το πιο σημαντικό περιουσιακό της στοιχείο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη διαχείριση του συγκεκριμένου ποσοστού, έχουν διοριστεί ξένες τράπεζες σε ρόλο συμβούλων, με τον διορισμό ωστόσο να μην έχει ολοκληρωθεί. Αυτό οφείλεται τόσο σε διάφορα εμπόδια διοικητικής φύσεως, αλλά και στις προσπάθειες που καταβάλλουν ακατάπαυστα οι πιστωτές να ανακτήσουν τον έλεγχο επί των περιουσιακών στοιχείων από την Αρχή εξυγίανσης. 

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η μεγαλύτερη συμμετοχή των πιστωτών στη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που άφησε πίσω της η Λαϊκή δεν θα ήταν αντιφατική με τη διαδικασία της λύσης, αλλά ενδεχομένως να την επιβράδυνε, μέχρι και να τη σταματούσε.

Τέλος, η Κομισιόν τονίζει ότι προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιου είδους κίνδυνοι, οι Αρχές είναι αποφασισμένες να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της λύσης, με τον τρόπο που είχε εξ αρχής προβλεφθεί.