News Energia Έρευνα ΙΚυ:Κίνδυνοι από εξόρυξη φυσικού αερίου σε Αν.Μεσόγειο

Έρευνα ΙΚυ:Κίνδυνοι από εξόρυξη φυσικού αερίου σε Αν.Μεσόγειο

Τρεις κατηγορίες περιβαλλοντικών κινδύνων που ελλοχεύουν κατά το στάδιο της εξόρυξης και παραγωγής φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο επισημαίνει μελέτη του Ινστιτούτου Κύπρου (ΙΚυ), η οποία διαπιστώνει ταυτόχρονα και τον ρόλο των υπαρχουσών αλλά και καινοτόμων τεχνολογιών στην αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων, και προτείνει πολιτικές περιβαλλοντικής προστασίας που θα μπορούσαν τα εφαρμοστούν.
 

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή Επιστημονικών και Τεχνολογικών μελετών του Ευρωκοινοβουλίου (STOA), μετά από πρόταση του Ευρωβουλευτή Νεοκλή Συλικιώτη και παρουσιάστηκε σήμερα σε ενημερωτική συνάντηση στο ΙΚυ.

Υπενθυμίζοντας σε παρέμβασή του το δυστύχημα στον Κόλπο του Μεξικού το 2010 με την έκρηξη στην πλατφόρμα άντλησης Deepwater Horizon της εταιρείας BP και τις τεράστιες περιβαλλοντικές και όχι μόνο συνέπειες που είχε, ο κ. Συλικιώτης σημείωσε πως «η Ανατολική Μεσόγειος είναι επί της ουσίας μια κλειστή θάλασσα και τυχόν ατύχημα θα προκαλέσει τεράστια προβλήματα στην περιοχή, στο περιβάλλον, αλλά κατ’ επέκταση και στον τουρισμό.

Επίσης, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως στην Ανατολική Μεσόγειο επικρατούν ιδιαίτερες συνθήκες (για παράδειγμα, είναι σεισμογενής περιοχή με γεωλογική ιδιαιτερότητα και σπάνια βιοποικιλότητα)» είπε και υπέδειξε πως «όλα αυτά καταδεικνύουν πως είναι απαραίτητη η διερεύνηση νέων μεθόδων και νέων επιστημονικών τεχνικών που να διασφαλίσουν την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. Εξίσου σημαντική είναι και η προστασία της υγείας των κατοίκων της περιοχής, που φιλοξενεί υποστηρικτικές εγκαταστάσεις των βιομηχανιών καθώς επίσης και η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων που δουλεύουν για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων», επεσήμανε.

Σύμφωνα με τον Ευρωβουλευτή, σε επίπεδο ΕΕ υπάρχει ήδη μια Οδηγία του 2013, η οποία προωθήθηκε και ολοκληρώθηκε το 2012 στη διάρκεια της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Η σχετική οδηγία για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου θέτει, όπως ανέφερε ο κ. Συλικιώτης, ένα ορθό πλαίσιο αναφορικά με τις υποχρεώσεις των ευρωπαϊκών εταιρειών, αλλά δεν αρκεί ούτε καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ιδιαίτερα όσον αφορά τις υποχρεώσεις τρίτων χωρών και υπέδειξε ότι χρειάζεται επομένως περαιτέρω έρευνα ιδιαίτερα όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Πρόεδρος του ΙΚυ Κώστας Παπανικόλας αναφέρθηκε σε νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο από άποψης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων την τελευταία δεκαετία, κάτι το οποίο διαμορφώνει, όπως υπέδειξε, ένα εντελώς καινούριο πλαίσιο στην προστασία του περιβάλλοντος, η οποία είναι «και ο κίνδυνος και το ρίσκο γύρω από αυτή τη σημαντική ανάπτυξη».

Τόνισε ότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι που έχει αυτή η ανάπτυξη είναι ένα περιφερειακό πρόβλημα που απαιτεί περιφερειακές λύσεις. Σε περίπτωση ατυχήματος σε οποιαδήποτε ΑΟΖ, είτε της Αιγύπτου είτε του Λιβάνου είτε του Ισραήλ, «η ρύπανση δεν θα σεβαστεί καμία οριοθέτηση» υπέδειξε. Αναφερόμενος στο ατύχημα στην πλατφόρμα Deepwater Horizon, είπε πως στη Μεσόγειο «δεν έχουμε ούτε τα τεχνικά μέσα επισκόπησης για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη τέτοιου ατυχήματος – η Αμερική την είχε και την έχει- και άρα η εξέλιξη και ίσως η ζημιά θα ήταν πολύ πιο μεγάλων διαστάσεων».

Ενώ το περιφερειακό πρόβλημα είναι δεδομένο, η περιφερειακή λύση δεν είναι, υπογράμμισε ο Πρόεδρος του ΙΚυ, υπενθυμίζοντας ότι η Κύπρος είναι η μόνη χώρα μέλος της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο, και άρα οι υπόλοιπες χώρες δεν είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν την ευρωπαϊκή οδηγία, ωστόσο, τόνισε ότι η Κύπρος μπορεί να καταστεί το «εστιακό σημείο στην αναζήτηση των τεχνικών λύσεων και τη διαμόρφωση προτάσεων πολιτικής» και «να αναδείξει τον ηγετικό, περιφερειακό της ρόλο».

Η μελέτη του ΙΚυ επικεντρώνεται χωρικά στην Ανατολική Μεσόγειο και τεχνολογικά στην προστασία του θαλάσσιου και χερσαίου περιβάλλοντος και στην ασφάλεια των ανθρώπων που εμπλέκονται στις δραστηριότητες αυτές, σύμφωνα με τον επικεφαλής της Επιτροπής STOA Θεόδωρο Καραπιπέρη.

Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του που μεταδόθηκε στην παρουσίαση της μελέτης, σημείωσε ότι αυτή σχετίζεται με την τρέχουσα συζήτηση για την αναθεώρηση της οδηγίας του 2013 για την ασφάλεια των υπεράκτιων δραστηριοτήτων εξόρυξης, ξεκινώντας από μια αξιολόγηση της επάρκειας των υπαρχόντων τεχνολογικών μέσων και επιστημονικής γνώσης και αναδεικνύει τα προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων, αλλά προτείνει επιπλέον σαφείς και εφαρμόσιμες λύσεις.

Τρεις κατηγορίες περιβαλλοντικών κινδύνων

Η μελέτη εντόπισε τρεις κύριες κατηγορίες περιβαλλοντικών κινδύνων από τις δραστηριότητες υπεράκτιας εξερεύνησης και εξόρυξης φυσικού αερίου:

I.   Η ανεξέλεγκτη και εκρηκτική εκροή υδρογονανθράκων στο θαλάσσιο όγκο προερχόμενη από το στόμιο της υποθαλάσσιας γεώτρησης (blowout),
II.  Η απελευθέρωση χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται στα διάφορα στάδια εξερεύνησης και εξόρυξης,
III. Η έκλυση αερίων θερμοκηπίου κυρίως κατά τη διάρκεια μετακίνησής εξοπλισμού και εξόρυξης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην παρακολούθηση των εκλύσεων μεθανίου (CH4), εκτός από το διοξείδιο του άνθρακα (CO2).

Νέες τεχνολογίες αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών κινδύνων

Η μελέτη εξέτασε διάφορες τεχνολογικές τάσεις, οι οποίες εξελίσσονται παράλληλα και αφορούν τα διάφορα υποσυστήματα λειτουργίας των παράκτιων εγκαταστάσεων (συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπινου δυναμικού).

Συγκεκριμένα ,εντοπίστηκαν εξελίξεις στο σχεδιασμό βαλβίδων αποτροπής (Blowout Preventers – BOP). Μετά την τεράστια καταστροφή στο περιβάλλον, που προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη εκροή πετρελαίου στον κόλπο του Μεξικού το 2010 (Deepwater Horizon), που αποδόθηκε στη δυσλειτουργία του εν λόγω μηχανισμού, νέοι σχεδιασμοί έχουν έρθει στο προσκήνιο για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων στις συνθήκες που απαντώνται στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εντοπίστηκαν ακόμα νέες τεχνικές σεισμικής επισκόπησης που επιτρέπουν πλέον τη αισθητή μείωση του χρόνου εξερεύνησης μετριάζοντας την όχληση του βυθού, και την πιθανότητα ατυχήματος από τις παρατεταμένες γεωτρήσεις. Τα δεδομένα που αποκτώνται μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν στο περιβαλλοντικό προφίλ της περιοχής.

Μια τρίτη τάση αφορά τη ρομποτική. Το μειωμένο κόστος, η μεγαλύτερη εμβέλεια και αυτονομία τους και η ευκολία χρήσης κάνουν τα αυτόνομα οχήματα μια ρεαλιστική επιλογή για ελαχιστοποίηση των σφαλμάτων εξοπλισμού από πλημμελή συντήρηση, και αποτελεσματική παρακολούθηση διαφυγόντων ρύπων.

Τέταρτον, διαπιστώνεται εκτενής μετακίνηση όλων των βιομηχανικών διεργασιών σε ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτή ή αλλαγή θα επιτρέπει τη ανταλλαγή πληροφοριών σε περιβαλλοντικές βάσεις δεδομένων και την εφαρμογή τεχνικών τεχνητής νοημοσύνης για την πρόληψη σφαλμάτων εξοπλισμού και χειριστών, σύμφωνα με τους μελετητές.

Επιλογές πολιτικών

Από την πιο πάνω εξέταση των κινδύνων αλλά και των καθιερωμένων και των αναδυόμενων  τεχνολογικών τάσεων, η μελέτη κατέληξε σε πολιτικές που κινούνται γύρω από την εφαρμογή μέτρων για τις προδιαγραφές που αφορούν εξοπλισμό προστασίας και ασφάλειας και την ανάγκη συντονισμένων πράξεων για τη διαφύλαξη αυτών των προδιαγραφών μεταξύ των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Κατά δεύτερο λόγο, προβάλλεται η ανάγκη για τη δημιουργία εκτενούς βάσης δεδομένων περιβαλλοντικών συνθηκών που επικρατούν στην Ανατολική Μεσόγειο και που μπορούν να επηρεαστούν από την υπεράκτια εξόρυξη, σε συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες όλων των εμπλεκόμενων χωρών.

Τρίτον, η διαφαινόμενη μετακίνηση σε ψηφιακές πλατφόρμες όλων των διεργασιών των εταιριών και δημόσιων τμημάτων προσφέρει την ευκαιρία βαθιάς και ουσιαστικής ανταλλαγής δεδομένων των περιβαλλοντικών συνθηκών της περιοχής και πρέπει να ενθαρρυνθεί στο μέγιστο με την κατάλληλη υιοθέτηση πολιτικών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, η ανάδειξη των ρομποτικών και αυτόνομων συστημάτων ως κεντρικών εργαλείων εποπτείας αλλά και παρακολούθησης των διαφυγόντων αερίων θερμοκηπίου (κυρίως μεθάνιο), κάτι για το οποίο τα κράτη της περιοχής θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τα κατάλληλα πρότυπα λειτουργίας, που θα επέτρεπαν τη συντονισμένη δράση.

Οι μελετητές επισημαίνουν ότι υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην υιοθέτηση ενιαίας και αποτελεσματικής πολιτικής λόγω του πολύ διαφορετικού νομικού καθεστώτος των εμπλεκομένων χωρών (μόνο η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ και εφαρμόζει τις σχετικές οδηγίες), και του δύσκολου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, το οποίο δεν επιτρέπει την άμεση και ουσιαστική επικοινωνία γύρω από τα προαναφερθέντα θέματα.

Πηγή: ΚΥΠΕ
 

Top