Lifestyle Culture Γ.Ανδρέου: Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το επόμενο αριστούργημα

Γ.Ανδρέου: Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το επόμενο αριστούργημα

Συχνά αναφερόμαστε στους μεγάλους δημιουργούς της ελληνικής δισκογραφίας, κάποιοι από τους οποίους βρίσκονται εν ζωή, κάποιοι όχι. Ας έχουμε υπόψη μας όμως ότι υπάρχει και μια επόμενη γενιά, η γενιά του ’90 κι όχι μόνον, δημιουργοί που δηλώνουν παρόντες. Δηλώνουν παρόντες όχι «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου», αλλά μέσα από την αλήθεια και τη δύναμη του έργου τους. Λαμπρό και ουσιαστικό παράδειγμα είναι ο Γιώργος Ανδρέου, ο οποίος έχει ήδη πάμπολλα εύσημα για τη μέχρι τώρα πορεία του. Ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει συνεργαστεί με τους μεγαλύτερους ποιητές, στιχουργούς και ερμηνευτές της εποχής του, με μια τεράστια προσφορά στην αισθητική, με μια τεράστια προσφορά στην ελληνική μουσική. Από τη «Μικρή Πατρίδα» μέχρι το «Γράμμα στον κύριο Γκάτσο», από την «Αρτζεντίνα» μέχρι το «Μυστήριο τρένο» είναι ανάμεσά μας για να μας χαρίζει την ομορφιά της Τέχνης του, για να μας θυμίζει την αξία του Ελληνικού Πολιτισμού!

Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιώργος Ανδρέου στον Πόλυ Κυριάκου: 


Ξόδεψες πολλά χρόνια, πολλά χιλιόμετρα μέσα σ' αυτό το τοπίο που λέγεται ελληνικό τραγούδι. Ύστερα από όσα βίωσες, ύστερα από όσα κατάφερες αισθάνεσαι ότι αυτή η διαδρομή άξιζε κι αξίζει τον κόπο να την υπηρετείς με τόση ευλάβεια;

Η διαδρομή αξίζει τον κόπο εφόσον δεν γίνεται αυτοσκοπός. Για μένα η διαδρομή συνεχίζεται (ευτυχώς). Παραμένω ένα φιλοπερίεργο παιδί (ένα παιδί με τους πεσσούς, κατά του Ηράκλειτου το εξαίσιο σπάραγμα), που ψάχνει απαντήσεις που γεννούν ερωτήσεις που ψάχνουν απαντήσεις... Τα τελευταία δέκα χρόνια έπαψαν μπροστά μου τα ίχνη στο χιόνι από το πάτημα γιγάντων της Τέχνης μου (που ακολούθησα σεβαστικά αλλά και με... αυθάδεια). Τώρα πια ό,τι κάνω μόνος μου. Πρέπει να βρω τον δρόμο και τον τρόπο. Τον δικό μου τρόπο πια. Δηλαδή κι όλων των πριν από εμένα.

Ζεις σε μια χώρα, η οποία, πέρα από τις οποιεσδήποτε οικονομικές κρίσεις, συνεχίζει τη μουσική της παραγωγή ως τίποτα να μην έχει συμβεί. Μετάφρασέ μας αυτό το φαινόμενο.

Η οικονομική κρίση δεν είναι δυνατόν να εμποδίσει την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί και να «τα πει». Η Μουσική στον Ελληνισμό (και κατ' εξοχήν το Τραγούδι) αποτελεί κεντρική έκφραση και ακλόνητο θεμέλιο της ιδιοπροσωπίας του. Είναι ωστόσο άλλο ζήτημα το αν όλα αυτά που εκδίδονται αξίζουν και θα «μείνουν». Αλλά Τέχνη θα παράγεται παντού και πάντοτε - στα χαρακώματα και στα ερείπια, στις σκοτεινές μεγαλουπόλεις, στο κλειστό δωμάτιο του Ελύτη που συμπεραίνει «Φαίνεται πως ζω για τότε που δεν θα υπάρχω» κι αφουγκράζεται μακριά την Πυροσβεστική «για ποιαν από τις πυρκαγιές, κανείς δεν ξέρει».

Λένε ότι τα μεγάλα τραγούδια που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις και οι άλλοι τεράστιοι συνθέτες της εποχής του είναι δύσκολο να έχουν μια ισάξια συνέχεια σήμερα. Πώς το εξηγείς;

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το επόμενο αριστούργημα. Η γενιά μου (η γενιά του ’90) έχει γράψει αρκετά. Περιμένει υπομονετικά τη λήξη των υποκριτικών μνημοσύνων για τους μεγάλους όπως ο Χατζιδάκις που, όσο ζούσε, τον εξύβρισαν, τον πολέμησαν, τον θύμωσαν, τον λύπησαν. Και τώρα τον... νοσταλγούν και τον αποθεώνουν εκ του ασφαλούς. Ο Χατζιδάκις όμως (κι όλοι οι μεγάλοι) κήρυξε με έργο και ζωή πως το Μέλλον (οφείλει να) είναι ανοικτό.

Οι δημιουργοί πρέπει να αμείβονται από τον οργανισμό της κάθε χώρας που αναλαμβάνει την οργάνωση των πνευματικών τους δικαιωμάτων. Τι πήγε στραβά με τα πνευματικά δικαιώματα των Ελλήνων δημιουργών και ποια η σημερινή εξέλιξη του θέματος;

Το ζήτημα των Πνευματικών Δικαιωμάτων στην Ελλάδα συνιστά άλλη μια θλιβερή ιδιομορφία της χώρας μας: Παντού στον πολιτισμένο κόσμο Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης (μη κερδοσκοπικοί, ιδιοκτησίας και διοίκησης από τα μέλη τους - τους δημιουργούς) έχουν εδώ και πολλά χρόνια αναλάβει το έργο της είσπραξης και απόδοσης του Πνευματικού Δικαιώματος. Στην Ελλάδα αυτό το έργο ασκούσε (με τρόπους αδιαφανείς και διαβλητούς) μια κερδοσκοπική Ανώνυμη Εταιρεία (η ΑΕΠΙ), που εν τέλει κατέρρευσε υπό το βάρος ανομιών και κακοδιαχείρισης. Η συνέχεια αποτελεί κι άλλη θλιβερή ελλαδική ιδιομορφία: Οι Έλληνες Δημιουργοί, αντί ενωμένοι να δράσουμε αστραπιαία και αποτελεσματικά, εξαντλήσαμε ναρκισσισμό και άγνοια σε διχαστικές πρακτικές, κολακέψαμε πολιτικές εξουσίες και “σωτήρες” αυτόκλητους και βρεθήκαμε... στον άσο. Και τώρα πρέπει να στήσουμε από την αρχή όλη την ιστορία, με δυσκολίες πολλές και συνεχιζόμενη μεταξύ μας... γκρίνια. Εύχομαι (επειδή κατανάλωσα σημαντικό προσωπικό κεφάλαιο σ’ αυτήν την υπόθεση) να βρεθεί τελικά μια λύση ενότητας, μακριά από παρεμβάσεις και κηδεμονίες, μια λύση αυτοδιαχειριζόμενη και συνεταιριστική ημών των δημιουργών.

Ίσως διαφωνείς με τον όρο «έντεχνο» τραγούδι. Όμως πώς μεταφράζεις την τεράστια απήχηση που έχει το ευτελές τραγούδι στην εποχή μας ανάμεσα σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας; Τι βοήθησε αυτήν την κατρακύλα;

Ένα δυσάρεστο χαρακτηριστικό της «εποχής της Εικόνας» (από το 1990 ως τις μέρες μας) είναι ο σταδιακός ευτελισμός της λαϊκής (και, δυστυχώς, της νεανικής) κουλτούρας.  Ενώ οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 σφραγίστηκαν από κινήματα διαμαρτυρίας, ηλεκτρικές μουσικές τολμηρές, νεανικές διεκδικήσεις, ανάδειξη των Τεχνών κλπ., η επικράτηση της (τηλεοπτικής στη χειρότερη εκδοχή) Εικόνας, αργά αλλά σταθερά έστρεψε προς τον... καναπέ τους θεατές της και τους καθήλωσε στην παρακολούθηση θεαμάτων χαμηλού γούστου και μηδενικής πνευματικότητας. Αποτέλεσμα, ένα life style δήθεν ανέμελο αλλά στην ουσία ρηχό, με σαφή και εκφρασμένη εχθρότητα απέναντι στη βαθύτερη παιδεία και σε κάθε τι που επιχειρεί να εμβαθύνει, να συγκινηθεί χωρίς φθηνά αισθηματικά κλισέ, να αρθρώσει λόγο ουσίας για τη ζωή, την κοινωνία, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον Έρωτα, τον Θάνατο. Αυτήν την κατηφόρα πήρε ένα κομμάτι του Τραγουδιού μας - κι από αθώα «λαϊκό» εξελίχθηκε σε λαϊκίστικο και δήθεν «αισθηματικό», αυτιστικό στο μονοπώλιο της ερωτικής φλυαρίας, χωρίς ούτε μια λέξη για τον σκοτεινό βυθό του ανθρώπου.

Συχνά υποστηρίζεις τα νέα παιδιά στην προσπάθειά τους να καταθέσουν το ταλέντο τους σαν δημιουργοί ή σαν ερμηνευτές. Πιστεύεις στο εκ γενετής ταλέντο; Η παιδεία, η πείρα και το πάθος μπορούν να αντισταθμίσουν την πιθανή έλλειψη ταλέντου;

Παιδεία, πάθος και πείρα είναι χαρακτηριστικά ενός καλλιεργημένου (και σε ψυχική εγρήγορση) ανθρώπου. Ούτε όμως η παιδεία, ούτε το πάθος ούτε η πείρα αρκούν για να γεννήσουν το μέγα γεγονός της Τέχνης. Οι καλλιτέχνες φιλοξενούν «κάτι» που -ερήμην της υπόλοιπης ζωής τους, αυτόνομο κι αδιαπέραστο- γεννά, όποτε εκείνο το επιθυμεί, το έργο Τέχνης. Είτε νέα παιδιά είτε έμπειροι ενήλικοι, οι καλλιτέχνες γενιούνται, δεν «κατασκευάζονται». Τους έχει διαλέξει η ζωή για να την υπερασπιστούν στην ουσία της, «έναντι Θανάτου». Είναι η Τέχνη το αληθινό αντίδοτο του Θανάτου κι όχι ο Έρωτας. Ο Έρωτας είναι ο Διγενής στα μαρμαρένια αλώνια.

Η κρίση πώς πιστεύεις ότι επηρέασε τους δημιουργούς και τους ακροατές; Ισχύει ότι η αισθητική έχει αλλάξει προς το λιγότερο εύπεπτο;

Η Κρίση (δηλαδή η Καταστροφή) σκότωσε την ψευδαίσθηση ενός βίου ασφαλούς και ευημερούντος. Γκρέμισε τον αδηφάγο καταναλωτισμό της φιγούρας για το μεγαλύτερο, το ακριβότερο, το «καλύτερο» (αυτοκίνητο, διαμέρισμα, εξοχικό, ταξίδι, ρολόι κλπ). Ξαφνικά (αλλά, εν τέλει καθόλου «ξαφνικά») ο βασιλιάς αποδείχθηκε γυμνός. Και προδομένος από τους... χορηγούς του. Μετά το πρώτο σοκ, ήρθε ο θυμός. Κατόπιν η αδράνεια. Και τώρα, αργά αλλά σταθερά, υψώνεται το πανί της ανάγκης - να εξηγηθεί στην ουσία του ο κατακλυσμός, να δοθούν επιτέλους δημιουργικές απαντήσεις. Να τελειώσουν οι φαντασιακές προβολές (γεννημένες από τα ευχάριστα στο αφτί λόγια των πολιτικάντηδων). Να δούμε προς τα πού αρμενίζει αυτό το τρελοκάραβο, ο Ελληνισμός. Τι είμαστε, ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε έτσι κι όχι αλλιώς. Επόμενο είναι να οσμίζεται η Τέχνη (τολμηρό σκυλί) το νέο κυνήγι.

Συνεργάστηκες με έναν στρατό από φωνές. Έγραψες τραγούδια που άφησαν ιστορία. Μέσα στη σημερινή κρίση έχεις καλλιτεχνικά όνειρα που θα επιδιώξεις μελλοντικά;

Πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους: Να συνεχίσω με το Θέατρο (και περισσότερο με το αρχαίο - κωμωδία και τραγωδία). Να ανταποκριθώ στο μέγεθος του Μάνου Ελευθερίου και του «Νοητού Λύκου» του (παρουσιάζω τον Οκτώβριο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τη μουσική μου εκδοχή πάνω σε αυτό το ποιητικό αριστούργημα - ένα μουσικό δράμα, με Νταλάρα, Θηβαίο, Φριτζήλα, Λιγνάδη στα καίρια...πόστα). Να εκδώσω επιτέλους τον «Καραγκιόζη» μου με την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων «Αθανάσιος Τσιπινάκης» (με ένα σωρό σημαντικούς στιχουργούς και ερμηνευτές). Να ηχογραφήσω την ορχηστρική μου εργασία «Το τέλος της παιδικής ηλικίας» (μια αναφορά-λυγμό στα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια στις Σέρρες). Και τον Σεφέρη μου (συμφωνικό έργο πάνω στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄- «Κύπρον ού μ’ εθέσπισεν»).  Να εκδώσω την επόμενη ποιητική μου συλλογή και το επόμενο μυθιστόρημα. Να, να....

Πόσο διαφορετικό είναι να γράφεις πάνω σε στίχο , ή να συλλαμβάνεις μια μελωδία χωρίς να πατάς σε κάποιο τονισμό...


Η συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών μου (σε στίχους άλλων ή δικούς μου) έχει γραφτεί πάνω σε δοσμένα λόγια. Προηγείται ο Λόγος. Ακολουθεί ο Ήχος.

Για μένα η «καθαρή» μουσική, η ορχηστρική, είναι άλλο πεδίο και ποτέ δεν την έχω μέσα μου αφουγκραστεί «με λόγια». Ο Ήχος των τραγουδιών είναι η μετάφραση του ρίγους της γλώσσας σε νότες. Αγαπώ πολύ και σέβομαι το Τραγούδι. Ίσως επειδή υπεραγαπώ και σέβομαι κατ' εξοχήν τον Λαϊκό μας Πολιτισμό και τη ζώσα Παράδοσή του.

«Όλα, κύριε Νίκο, είναι εδώ», έγραψες το 1992. Δες ακόμα μια φορά τη φωτογραφία του και πες μας τι θα έλεγες σήμερα, Γιώργο Ανδρέου, στον ποιητή;

Πως τίποτα απ' όσα έγραψε δεν έμεινε χωρίς να ανθίσει. Ο Γκάτσος, αυτός ο γίγαντας, ο πατέρας όλων μας στο Τραγούδι. Θαυμάζω τη δύναμή του - να «μείνει» μόνο στον στίχο του Τραγουδιού, κι εκεί να επενδύσει το τρομερό ποιητικό του τάλαντο. Θα του έλεγα επίσης «ευχαριστώ», τώρα πιο πολύ από τότε (1993) που έγραψα το τραγούδι μου για εκείνον. Επειδή (τολμώ να πω) τώρα τον καταλαβαίνω καλύτερα (βαθύτερα). Πώς είχε πει ο Μπέργκμαν για τον Ταρκόφσκι; «Περπατούσε με άνεση σε δωμάτια στων οποίων τις εξώπορτες έσπασα το κεφάλι μου ολόκληρη ζωή...». Κάπως έτσι. 

Όταν ακούω τη «Μικρή πατρίδα», αυτόματα το μυαλό μου πάει στην Κύπρο... Μια λέξη για τη μικρή και τραυματισμένη Κύπρο από σένα...

Την Κύπρο την αγαπώ βαθιά. Και την έχω ταξιδέψει ολόκληρη, τη «φανερή» και την «κρυφή». Κάθε φορά που ακούω την ντοπιολαλιά της, μου έρχεται στον νου το ποίημα του Σεφέρη για τις Πλάτρες και τα αηδόνια που δεν σ’ αφήνουν εκεί να κοιμηθείς. Γελιούνται όσοι πιστεύουν πως οι δεσμοί του Ελληνισμού είναι διαπραγματεύσιμοι. Δεν είναι. Φυλακισμένα μνήματα είναι.

 

Top