Η ΜΑΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ, ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΔΙΑΤΗΡΟΥΣΕ ένα φρέσκο σώμα με ψηλές γάμπες, τορνευτούς κώλους και πεσμένα αλλά ωραία και μεγάλα βυζιά. Το πρόσωπο είχε αρχίσει να εμφανίζει το σούρωμα της ηλικίας, αλλά το ομόρφυναν δυο λαμπερά μαύρα μάτια. Παρόλα τα πενήντα πέντε της χρόνια, είχε έναν έντονο σεξουαλισμό. Το σεξουαλισμό μιας γυναίκας που χάρηκε στη ζωή της. Χώρισε με τον άντρα της πριν από 15 χρόνια, αλλά συνέχισε να τον πηδάει μέχρι σήμερα. Χώρισε διότι τον έπιασε με άλλη γυναίκα. Κι αυτός προτίμησε την άλλη. Η ζωή της μαζί του ήταν ένα έντονο μίσος και μία έντονη αλληλοσφαγή, η οποία κατέληγε σε μια γεμάτη πάθος σεξουαλική επαφή που διανθιζόταν με έντονες εκδηλώσεις ηδονής, όπου καμιά φορά ξυπνούσαν τη γειτονιά. Τα παιδιά της, τρία, μεγαλωμένα σ’ αυτή τη σύγχυση, το μίσος και τον αλληλοσπαραγμό, τα είχαν παίξει. Από πού να πιαστούν; Από τον πατέρα που πηδούσε όποια γυναίκα έβρισκε μπροστά του κι αν δεν έβρισκε, πηδούσε Ρωσίδες, Κινέζες, Ρουμάνες, Φιλιππινέζες; Ή από τη μάνα με τον παράδοξο σεξουαλισμό; Οι κόρες αδιαφόρησαν και θεωρούσαν το σεξ σαν κάτι πρόστυχο και ευτελές κι έψαχναν για ρομαντικούς, μη σεξουαλικούς παραδείσους.
Ακόμα περισσότερο τις σύγχυζε ότι αυτός, αν και πηδούσε τον αγλέουρα, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τη μάνα τους κι από αυτά που του πρόσφερε, τα οποία ποιος ξέρει ποια ήταν. Παρά το γεγονός ότι χώρισαν, κάθε ημέρα ήταν σπίτι και κάθε δεύτερη νύχτα ήταν στο κρεβάτι της. Οι δύο κόρες μεγάλωσαν με μια έντονη απέχθεια προς το σεξ. Δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν ως γυναίκες και παρόλο ότι λεσβιοέδειχναν, εντούτοις δεν ήταν λεσβίες. Απλώς χρησιμοποιούσαν την άρνηση για να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Ο γιος παντρεύτηκε στα είκοσί του μια γλυκιά, παθητική, υποτακτική κοπέλα και εξαφανίστηκε μέσα στα πεθερικά του, μες στα παιδιά του, μες στη δουλειά του. Έμεινε η καβλωμένη μέγαιρα μάνα, ο διεφθαρμένος πρόστυχος πατέρας και οι δύο κόρες. Παρθένες στα 28 τους ν’ ακούν τους χωρισμένους γονιούς τους να παραληρούν νύχτα παρά νύχτα, να σφάζονται και μετά να συνευρίσκονται.
Αυτή η ιστορία φαίνεται παράξενη, φαίνεται γκροτέσκο. Είναι σαν να συμβαίνει σε παρακμασμένες περιοχές του Μάντσεστερ ή στο Όσλο της Νορβηγίας. Κι όμως, αυτή και παρόμοιες ιστορίες συμβαίνουν κάθε ημέρα στις πόλεις και στα χωριά της Κύπρου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται όλοι αυτοί οι διαστρεβλωμένοι άνθρωποι που είναι τόσο προβληματικοί ώστε να σκοτώνονται πάνω στις μοτόρες, να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο ή να σε κυνηγούν να σε σκοτώσουν εσένα πάνω στο μοτοργουέι. Αυτοί όλοι οι συγχυσμένοι που έχουν χάσει παντελώς τα πάτερά τους και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να κινούνται άσκοπα, δεν μπορούν να το κάμουν και να το ευχαριστηθούν διότι έχουν έναν κόμπο στη ψυχή τους που τους εμποδίζει. Δυστυχώς, ο κόσμος, κυρίως τα παιδιά, θέλουν ξεκάθαρες σχέσεις και ξεκάθαρες σκέψεις. Οι συγχύσεις πάντα τα εμποδίζουν να αναπτυχθούν φυσιολογικά. Μέσα στον εγωκεντρισμό που επικρατεί, στην κατ’ εξοχή υλιστική κουλτούρα και την έλλειψη προσανατολισμού, οι απόγονοι των χώρκατων Μογγόλων εξελίσσονται σε δράκουλες.

