Φρόσω Βιολάρη Ματωμένα ματσικόριδα*

Ματωμένα ματσικόριδα*



Λένε πως στα μάτια ενός παιδιού δύσκολα σβήνεις εικόνες μα ακόμη πιο δύσκολα χαράσσεις μνήμες.

Ήταν αρχές του 2000, σε ένα λεωφορείο, έβλεπα για πρώτη φορά το Σεράγιεβο.

Εκεί, στην είσοδο, σε μια καταπράσινη πλαγιά, ένα απέραντο λευκό πέπλο την σκέπαζε. Το λεωφορείο κοντοζύγωνε στην πλαγιά, για να φτάσω να δω ότι το λευκό σεντόνι, ήταν σταυροί. Μνήματα. Ένα απέραντο νεκροταφείο. Στις δυο πλευρές του δρόμου. Ώσπου φτάνει το μάτι, μνήματα.

Πεσόντες, έμαθα σε κατοπινό στάδιο, του πολέμου. Όλοι μαζί. Εβραίοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Όλοι σε δυο μέτρα γη, χωρίς αναπνοή ο ένας απ τον άλλον.
Τρία χρόνια μετά, μια άλλη πλαγιά μου χάραξε την μνήμη. Η δικιά μας. Του Πενταδάκτυλου. Από κοντά, θαρρείς θα σε καταπιεί. Τόσο φωτεινό το λευκό και το κόκκινο και τόσο μεγάλη. Ατέλειωτη. Σκεπάζει το βουνό.

Θαρρείς πως αυτό δεν είναι ένα απέραντο νεκροταφείο; Εκεί μέσα δεν χώρεσαν τόσα κι άλλα τόσα πτώματα;

Στο ακροατήριο των Διασκέψεων, που θα χωρέσουν κι αυτές σε μια παράγραφο σ ένα βιβλίο Ιστορίας που θα κρατά σε λίγα χρόνια η κόρη μου, δεν θα μπουν ποτέ οι απαντήσεις στις ερωτήσεις τις δικιές μου.

Σε αυτές, που δεν έδωσαν ποτέ το δικαίωμα, σε κανέναν να βγάζει λόγο στην κοπή μιας πίτας, να ρητορεύει για το δικό μου μέλλον. Και ελαφρά τη καρδία, να λαμβάνει την απόφαση για τα παιδιά μου, ότι θα ζήσουν με τους μύθους, με τα ψέματα και τα παραμύθια που μεγάλωσα εγώ. Να παίρνει στον λαιμό του, τις μνήμες της μάνας μου και της γιαγιάς μου, κόβοντας και ράβοντας με δούρειο του ίππο το «εθνικό συμφέρον».

Στις άλλες, που δίνουν το δικαίωμα σε άλλους να διαπραγματεύονται μεταξύ τσαγιού και φουαγκρά, αν εγώ θα πάρω 30 χιλιάδες για το χωράφι μου στην Κερύνεια και αν ο γιος μου θα μερονυχτεί σαν το πατέρα του σε κάτι ετοιμόρροπα λυόμενα φυλάκια απέναντι απ τα βλαστάρια του σουλτάνου.

Κύριοι, κανείς δεν προσυπέγραψε και κυρίως, κανείς δεν εξουσιοδότησε κανέναν να αλωνίζει στο μέλλον μου για χάριν μιας παραγράφου και μισής παραπομπής από τους ιστορικούς του μέλλοντος.

*Αυτά, που μάζευε η μάνα μου με τις αδελφές της, από τον καθαρό τότε Πενταδάκτυλο.


Top