Φρόσω Βιολάρη Μάνα, ετών 56

Μάνα, ετών 56



Πριν ακόμα προλάβει να πατήσει γερά στα πόδια της, την βίασαν. Μετρούσε πληγές στα δάχτυλα και των δυο της χεριών. Αιμορραγούσε. Το αίμα δεν πρόλαβε να γενεί πληγή και ξεκίνησαν να της σκίζουν τα ρούχα. Διαίρεσαν τα ιμάτια αυτής και τα πουλούσαν όσο, όσο. Σε φίλους, οχτρούς και συγγενείς, γειτόνους και αγνώστους.

Γερό κράμα, βρήκε τα πόδια της κι ορθοπόδησε. Έχει γεννοφάσκια από προγόνους περήφανους. Αγέρωχους. Το βλέμμα της λύγιζε, βούρκωνε και χαμήλωνε. Μα δεν σφράγισε. Παρά μόνο καθάριζε και πάλι απ την αρχή.

Θα τανε αρχές της εφηβείας της, όταν ο εφιάλτης ήρθε ξανά. Μα να χαρώ τα νιάτα μου, μουρμούρισε, δεν μ΄ άφησαν. Τέτοιο ματωμένο χάραμα, θαρρούσε δεν θα της ξημέρωνε ποτέ ξανά. Έπεσε έξω. Η μέρα εκείνη, λες και δεν ξημέρωσε ποτέ γι αυτήν. Δεύτερη φορά λένε, χειρότερη απ την πρώτη. Δίκιο έχουν, συλλογίστηκε. Δυο ντουζίνες δάχτυλα να’χε να μετρά τις πληγές δεν θα την έφταναν. Έναν ώμο να σταθεί πάνω του να ξαποστάσει δεν έβρισκε. Θαρρούσε θα ταν βάλσαμο στις πληγές της να είχε στο πλευρό της, κάτι δικό της, να σκουπίσει εκεί τα δάκρυα που έφευγαν ποτάμια. Δεν το είχε ούτε αυτό. Από τα σκισμένα της ρούχα, έπρεπε να στεγνώσει τα βλέφαρα εκείνα που δεν στέγνωσαν ποτέ. Ποτέ.

Καταράστηκε την μοίρα της. Μια και δυο και τρεις φορές. Κι αυτή με την σειρά της, ποτέ της δεν την αμφισβήτησε. Την δικαίωνε συχνά. Θαρρείς και την είχε βάλει στο μάτι. Να ταν η τύχη της τέτοια μονολογούσε κάτι μουχρωμένα δειλινά.

Στα 23 δεν ήταν νια να την χαρεί κανείς. Το μέσα της ήταν γερασμένο. Δυο ζωές να ζούσε και τέτοιο πόνο δεν θα αντίκριζε ποτές. Να τη νοιάξει τώρα η προδοσία; Τα μοίρασαν προ πολλού τα ιμάτιά της, δεν ήταν μωρό παιδί να τα κλάψει.

Στα λίγα έμαθε, με τα πολλά τα έβαλε, αυτά που της πήραν θέλει πίσω, αυτά να ξαποστάσει κι ας είν αργά. Τη νιότη που της κλέψανε ζητά. Είναι δικιά της και ξέρει ότι δεν την χάρηκε ποτές.

Κι αν την ξεγέλασαν, κι αν την πούλησαν όσο κι όσο κι αν την καταράστηκαν να αντικρίζει πόνο, αυτή μεγάλωσε.

Σε πείσμα ολονών, μεγάλωσε. Κι έχει γενέθλια. Ποτέ μου δεν της ευχήθηκα. Πίστευα κι εγώ μαζί της, ότι δεν είναι γιορτή. Μονολογούσα μαζί της, ότι αυτό γιορτή δεν λογιέται. Αλλιώς την ξέρω την γιορτή κι αλλιώς μου την έμαθαν εμένα.

Συλλογίστηκα μονάχη, ότι έμαθα μαζί της, να ζω με τις πληγές της. Να μεγαλώνω με τον πόνο της και να μην σταματώ να ονειρεύομαι μέσα απ τα μάτια της τα βουρκωμένα.

Ο πόνος ο δικός σου, παρηγοριά δικιά μου κι οι πόθοι οι δικοί σου, η μόνη συντροφιά μου.

Κύπρος, Χρόνια Πολλά. 


Top