Χρύσανθος Τσουρούλλης Παράταση στο ευρώ, αλλά στο βάθος Κυπριακό

Παράταση στο ευρώ, αλλά στο βάθος Κυπριακό

Γιατί ανοχή και η κάλυψη είναι συνενοχή αδέλφια…


Κερδήθηκε μια εθνική υπόθεση, με παράταση τεσσάρων μηνών για την αληθινή διαπραγμάτευση. Περίπου τότε όμως φαίνεται ότι η ελληνική πλευρά θα έχει να διαπραγματευτεί και το Κυπριακό. Θα υπάρχει εκεί χώρος για «τον λαό που δεν προχωρά με το κεφάλι σκυφτό»;


Φάνηκε ότι δεν είχαν όλοι τη γερμανική άποψη ότι η Ελλάδα έστειλε «δούρειο ίππο» στο Γιούρογκρουπ. Ούτε έγινε τελικά κανένας Τρωικός Πόλεμος. Περισσότερο έμοιαζε να υπάρχει κάποιος Γόρδιος Δεσμός. Αλλά επειδή δεν υπήρχε Μέγας Αλέξανδρος να τον κόψει, αρκέστηκαν να χαλαρώσουν λίγο τον κόμπο. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξετυλίχτηκε ακόμα το «κουβάρι» του ελληνικού προβλήματος χρέους. Απλώς κερδήθηκε χρόνος. Για όλους. Χρόνος για να μετρήσουν και να μετρηθούν…

Τα κέρδη…

Η Ελλάδα πήρε κάτι. Σίγουρα όχι εκείνο που ζητούσε. Περισσότερο φαίνεται να πήρε μια μεγάλη πρώτη ανάσα. Μια παράταση τεσσάρων αντί έξι μηνών που ζητούσε. Ποια θα είναι η τύχη των πραγματικών και πολύ φιλόδοξων αιτημάτων της νέας ελληνικής κυβέρνησης, θα φανεί στο μέλλον. Η Γερμανία όμως πήρε επίσης κάτι. Και αυτό μπορεί να φανεί και πιο σημαντικό. Εξασφάλισε ότι ισχύουν οι κανόνες του παιχνιδιού και ότι δεν μπορεί καμία συζήτηση ή πολιτική επιχειρηματολογία να τους ξεπεράσει. Δεν υπάρχει το «μνημόνιο Σαμαρά», αλλά εξαγγέλθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της νέας κυβέρνησης το «μνημόνιο Τσίπρα». Που δεν το λένε επακριβώς μνημόνιο αλλά κάτι άλλο παρεμφερές…

Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι η ελληνική παρουσία έκλεψε την παράσταση. Για μερικές μέρες όλος ο κόσμος συζητούσε για την Ελλάδα. Αυτή τη φορά τον χορό δεν έσερναν μόνα τους τα γερμανικά λαϊκά μέσα ενημέρωσης. Στις πολιτικές συζητήσεις η Ελλάδα έβρισκε υποστήριξη. Ακόμα και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αλλά την ίδια ώρα σχεδόν όλοι τής έλεγαν να «παίξει με τους κανόνες». Πολλοί όμως βρήκαν ξανά την ευκαιρία να πουν ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αλλάξει δρόμο.

Αποδέκτης αυτού του μηνύματος είναι κυρίως η Γερμανία. Αλλά και το Βερολίνο, που συνεχίζει να αντιστέκεται, δεν δείχνει πια ότι σκοπεύει να τραβήξει το θέμα στα άκρα. Είναι όμως φανερό ότι θέλει να μη χάσει τον έλεγχο του παιχνιδιού και ότι τις όποιες αλλαγές θα τις κάνει με το δικό της τρόπο και στο δικό της χρόνο η «Ατμομηχανή της Ευρώπης». Εξάλλου, οι αναθεωρήσεις είχαν ξεκινήσει ακόμα και πριν από το «τεστ της Ελλάδας». Δείγμα ήταν οι πρόσφατες αποφάσεις του Μάριο Ντράγκι.

Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι παρά τη γερμανική αντίσταση, στο τέλος είχαν το πράσινο φως του Βερολίνου. Άλλο δείγμα η εγκατάσταση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην προεδρία της Κομισιόν και οι προσεγγίσεις που προωθεί με το «αναπτυξιακό πακέτο».

Και αυτή όμως η εξέλιξη, παρά τον αρχικό γερμανικό σκεπτικισμό για το πρόσωπο του νέου επικεφαλής της Κομισιόν, είχε τελικά το ΟΚ της Άγκελας Μέρκελ. Σκοπεύει, λοιπόν, η Γερμανία στο επόμενο διάστημα τη μικρή χαραμάδα επεκτατικών πολιτικών να την κάνει «παράθυρο για την ανάπτυξη»; Από αυτό μπορεί να εξαρτηθεί και το μέλλον της Ελλάδας του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στην Ευρώπη. Γιατί η όποια πραγματική διαπραγμάτευση δεν έχει γίνει ακόμα.

Η ταμπακιέρα

Συνεπώς εδώ αρχίζει και η πραγματική συζήτηση, αφού τα όσα έγιναν αυτό τον Φεβρουάριο ήταν μάλλον «προκαταρκτικά». Με «αιχμή» τον εθελοντικά δύστροπο Βόλφκανγκ Σόιμπλε και συνεχίζοντας όποτε χρειάζεται να μοιράζει τους ρόλους, η Γερμανία «έκοψε τον βήχα» όσων πίστεψαν ότι μια εθνική ψηφοφορία και μερικές διαδηλώσεις θα μπορούσαν να αλλάξουν τους μηχανισμούς και τη ροή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων.

Ταυτόχρονα όμως, «κρατώντας» για μια φορά ακόμα την Ελλάδα μέσα στην «οικογένεια», σε πείσμα κάποιων ακραίων φωνών από κυνικούς που πάλι «ονειρεύτηκαν» να ξεμπερδεύουν, έδωσε το στίγμα ότι κρατά τα ηνία. Δίνοντας μια «μεταβατική λύση», όπως χαρακτηρίζεται, θεωρεί ότι κρατά και τον έλεγχο του «προορισμού» μετά τη μετάβαση. Στην Αθήνα, βέβαια, και ιδιαίτερα έναντι των διάφορων «συνιστωσών» του ΣΥΡΙΖΑ, κανένας δεν απαγορεύει να θεωρούν ότι μπορούν να έχουν ακόμα στόχο το «μετά τη μετάβαση αποτέλεσμα».

Πρέπει όμως να μπει το ερώτημα: τι ακριβώς κέρδισε η Ελλάδα; Κέρδισε κυρίως την επιβίωση του αιτήματος για να διαπραγματευτεί ξανά κάποιους όρους του Προγράμματος. Το «τέρμα το Μνημόνιο», που ήταν η κεντρική γραμμή με την οποία κέρδισε την εξουσία ο Αλέξης Τσίπρας, είναι κιόλας παρελθόν. Από την άποψη του πολιτικού προγράμματος της νέας κυβέρνησης τα κέρδη είναι πολύ χλωμά. Διότι στην πραγματικότητα η κυβέρνηση δεν μπορούσε παρά να δεχτεί -και δέχτηκε- ότι η χώρα δεσμεύεται από Πρόγραμμα απέναντι στην Ευρωζώνη. Θα μπορούσε κανένας να πει ότι αυτό που κέρδισε, η παράταση μερικών μηνών, δεν διαφέρει από παράταση που είχε στο παρελθόν εξασφαλίσει και ο Αντώνης Σαμαράς.

Η αντανάκλαση και ο αντίκτυπος

Εδώ στη Λευκωσία αρκετοί είναι αυτοί που περιμένουν κάποια «κέρδη» της Ελλάδας για να βρουν έτσι μιαν απόδειξη για τις δικές τους φωνές για «επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου». Κατ’ ακρίβειαν, ολόκληρη η αντιπολίτευση κρέμεται από αυτό το «στοίχημα». Ακόμα και το ΑΚΕΛ, που στο παρελθόν ποτέ δεν έκρυβε τον «σκεπτικισμό» του απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, τις τελευταίες μέρες ανακάλυπτε την «αριστερή πλευρά» και σχεδόν ταυτιζόταν.

Από αυτή την άποψη όμως δεν υπήρξαν αποτελέσματα. Στην καλύτερη περίπτωση, για τους θιασώτες μιας σκληρής «επαναδιαπραγμάτευσης», αυτό που έγινε με την Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί… «ισοπαλία». Όταν έρθει η ώρα η Ελλάδα να συζητήσει με τους δανειστές της συγκεκριμένα θέματα, όπως είναι οι ιδιωτικοποιήσεις, το ασφαλιστικό ή τα εργασιακά και η απασχόληση στο Δημόσιο, τότε είναι αρκετά αμφίβολο αν εδώ στη Λευκωσία κάποιοι θα βρουν επιχειρήματα για να προβάλουν απέναντι στον πρόεδρο Αναστασιάδη και την Κυβέρνησή του.

Η αλήθεια είναι ότι παρά τη συμφωνία των ημερών και την παράταση του ελληνικού προγράμματος η Ελλάδα παραμένει ένας… «μεγάλος ασθενής». Κατ’ ακρίβειαν, ο «αθεράπευτος ασθενής»! Διότι είναι κοινή ομολογία ότι ακόμα και με πιστή εφαρμογή του Προγράμματος δεν θα βρεθεί λύση στο τεράστιο και διογκούμενο πρόβλημα του δημόσιου χρέους.

Στην Κύπρο η Κυβέρνηση και ειδικότερα ο Δημοκρατικός Συναγερμός χαρακτήρισαν ως «εθνική υπόθεση» την επιτυχία της ελληνικής διαπραγμάτευσης. «Στηρίζουμε», έλεγαν, «την εθνική υπόθεση να βρεθεί λύση για την Ελλάδα μέσα στο ευρώ...».

Αν ήταν έτσι, φαίνεται ότι τουλάχιστον για την ώρα αυτή η εθνική υπόθεση έχει κερδηθεί. Το πρόσθετο κέρδος ίσως να είναι ότι ο «πειρασμός», που έφερε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ για «λύσεις εκτός ευρώ», φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί. Άλλο πράγμα ο ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση και άλλο στην κυβνέρνηση, σχολίαζαν πολλοί. Ενώ τώρα λόγω της ανάγκης να υπερασπιστεί την τεράστια προσπάθεια που έκανε, η κυβερνητική ομάδα του Αλέξη Τσίπρα θα είναι η πρώτη που θα αποκλείει στο εξής τέτοιες «αιρετικές σκέψεις».

Τα εθνικά

Άλλη όμως είναι η μεγάλη εθνική υπόθεση που προβάλλεται στη συνέχεια. Είναι η στάση που θα τηρήσει η νέα κυβέρνηση των Αθηνών στα ελλαδο-τουρκικά και ειδικά στο Κυπριακό. Αλλά περισσότερο οι δυνατότητες που θα έχει για να στηρίξει αυτή τη στάση και τις επιλογές της.

Προσπαθώντας μέσα στους επόμενους λίγους μήνες να βάλει μια τάξη σε διάφορα «ακανθώδη» εσωτερικά ζητήματα που σχετίζονται με το Μνημόνιο, τα οποία για την παράταξη του Αλέξη Τσίπρα είναι «κόκκινες γραμμές», χωρίς ταυτόχρονα να παραβιάσει τις συμφωνίες με τους εταίρους στην Ευρωζώνη, η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να «ακροβατεί». Θα χορεύει σε αναμμένα κάρβουνα. Ενώ στο τέλος της παράτασης θα πρέπει να κάνει και την «αληθινή διαπραγμάτευση», για την οποία έχει δημιουργήσει τόσες προσδοκίες.

Θα περισσέψει, άραγε, ενέργεια σε αυτή την κυβέρνηση για να ασχοληθεί σοβαρά με τις εν γένει τουρκικές προκλήσεις και ειδικότερα με το πάντα ακανθώδες Κυπριακό; Ας σημειωθεί ότι κορυφώνοντας τις προκλήσεις, ειδικά τη μέρα του κρίσιμου Γιούρογκρουπ, ο ίδιος ο αρχηγός της τουρκικής αεροπορίας πέταξε παραβιάζοντας τον εναέριο χώρο της Ελλάδας! Το περιστατικό αυτό δεν είναι «μια από τα ίδια»! Δείχνει το μέγεθος της πρόκλησης που θα συνεχίσει να βάζει η Άγκυρα. Θα υπάρξει, λοιπόν, η απαραίτητη ενέργεια στην ελληνική κυβέρνηση; Ταυτόχρονα θα υπάρξει και η αποφασιστικότητα να κινηθεί σε ρυθμό «εθνικής αξιοπρέπειας», όπως έκανε όλο αυτό το διάστημα απέναντι στο Γιούρογκρουπ; Θα μπορέσει ο Αλέξης Τσίπρας να απαντήσει και στον Ταγίπ Ερντογάν, όπως απάντησε στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, όταν του μίλησε για «λαό που περπατά και δεν σκύβει το κεφάλι;».

Αμείλικτα ερωτήματα

ΤΑ ερωτήματα μπαίνουν επιτακτικά, όταν ακούει κανείς τις διπλωματικές πληροφορίες που πυκνώνουν εδώ στη Λευκωσία, διαβεβαιώνοντας για μια φορά ακόμα ότι υπάρχει «άτυπο χρονοδιάγραμμα» και ότι οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν ξανά προς το τέλος της Άνοιξης. Πρόσθετη πληροφορία που διαδίδεται είναι ότι «αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι και σοβαρά και αστραπιαία». Προδικάζουν δηλαδή ότι η τουρκική στάση θα αλλάξει άρδην και «θα φέρει τη Λευκωσία ενώπιον των ευθυνών της, με την ανάγκη να λάβει αποφάσεις». Όλα αυτά βέβαια με την επιφύλαξη ότι δεν είναι και η πρώτη φορά που τα ακούμε…

Τι θα γίνει όμως αν πράγματι κάποιοι που κινούν νήματα δώσουν πράγματι επιτάχυνση στο Κυπριακό τον Μάιο ή τον Ιούνιο; Πώς θα αντιμετώπιζε η Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Είναι έτοιμη μαζί με τη Λευκωσία να πάρει αποφάσεις; Θα μπορέσει ακόμα, αυτή η κυβέρνηση που συνεπαρμένη όλες αυτές τις μέρες έδινε «μαθήματα εθνικής αξιοπρέπειας» να επιχειρήσει κάτι ανάλογο και στο Κυπριακό; Ή απλώς θα ακολουθήσει την πεπατημένη, να στηρίξει απλώς αποφάσεις που θα υποχρεωθεί να πάρει η Λευκωσία, ακολουθώντας «διαδικασίες-εξπρές» που δεν μπορεί παρά να οδηγούν σε μια φόρμουλα ανάλογη με ό,τι ξέρουμε εδώ και χρόνια;

Μπορεί, λοιπόν, κανένας να περιμένει από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ότι θα θελήσει και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά «τελεσίγραφα» στο Κυπριακό; Εάν ναι, και είναι προς την κατεύθυνση της εξπρές διευθέτησης, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανένας εδώ στη Λευκωσία όλα αυτά τα πολιτικά στελέχη, που με θέρμη αυτές τις μέρες υποστήριζαν τις προσπάθειες Τσίπρα-Βαρουφάκη...


Top