Γιάννος Χαραλαμπίδης Ανοικτό χρονοδιάγραμμα στη Γενεύη

Ανοικτό χρονοδιάγραμμα στη Γενεύη


ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΣΙΠΡΑ-ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ
 
Συνέχιση συνομιλιών και μετά τις 12 του Γενάρη για την ασφάλεια, με ανοικτό το ενδεχόμενο ακόμη και παράλληλων συνομιλιών εδαφικού και εγγυήσεων
 
· Γιατί η τουρκική πλευρά δεν θέλει στο τραπέζι την ΕΕ;
 
· Γιατί μόνο ο Πρόεδρος μπορεί να υπογράφει μια νέα Συνθήκη Ασφαλείας;
 
· Πώς μπορεί να αποφευχθεί ο μπελάς των υπογραφών;
 
· Γιατί θα είναι πιο εύκολος ο εκβιασμός του μοντέλου της Κριμαίας μετά τη λύση;
 
· Βιωσιμότητα, αρχές δικαίου, απειλές και υποχωρήσεις
 
Τεχνικές επιτροπές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας συνομιλούν επί του θέματος της ασφάλειας και των εγγυήσεων με στόχους:
1. Να εξεύρουν σημεία τομής και να σμικρύνουν τις υφιστάμενες διαφορές.
2. Να προετοιμάσουν, εάν αυτό είναι δυνατόν, μια συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στις αρχές του νέους έτους και λίγο πριν από τις 9 Ιανουαρίου, όταν θα αρχίσει ο νέος κύκλος συνομιλιών.
3. Να γίνει προετοιμασία, ώστε, όταν στις 12 Ιανουαρίου γίνει συζήτηση για το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, να διευκολυνθεί η διαδικασία και να αποφευχθεί το ναυάγιο.
 
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, αυτά είναι μερικά από τα θέματα που συζητήθηκαν την περασμένη Τετάρτη το βράδυ στις Βρυξέλλες μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του Κύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, στην παρουσία των Υπουργών Εξωτερικών των δυο χώρων, Νίκου Κοτζιά και Ιωάννη Κασουλίδη.
 
Ανοικτή διαδικασία και κοινές θέσεις
 
Πληροφορίες αναφέρουν ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία στις 12 Ιανουαρίου, η διαδικασία θα συνεχιστεί και όσο πάει, πάντως, θα επιδιωχθεί αποφυγή ναυαγίου. Εκτός και αν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει περιθώριο συμφωνίας. Μεταξύ των κοινών θέσεων, στις οποίες έχουν καταλήξει οι Αναστασιάδης - Τσίπρας, είναι οι εξής:
1. Δεν γίνεται δεκτό το μονομερές δικαίωμα επέμβασης. Ούτε επί του συνόλου, ούτε επί του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους, καθώς και ούτε χρονοδιάγραμμα με εκ νέου συζήτηση για κατάργησή τους.
2. Δεν γίνεται αποδεχτή η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων. Εκείνο που θα μπορούσε να γίνει δεκτό είναι ένα κλειστό χρονοδιάγραμμα πλήρους αποχώρησης ώς και 18 μήνες.
3. Δεν γίνεται δεκτή η παρουσία τουρκικής στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο.
 
Εμμονή στις εγγυήσεις και παράλληλος διάλογος
 
Από την πλευρά τους, η Τουρκία και ο Μουσταφά Ακιντζί έχουν ήδη διαμηνύσει και προς τον ΟΗΕ και προς την ΕΕ ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση στο Κυπριακό χωρίς εγγυητικά δικαιώματα και χωρίς την παρουσία στρατού. Εκείνο που προβλήθηκε, από τουρκικής πλευράς, στις Βρυξέλλες και προς τον κ. Έιντε είναι ότι, αντί κλειστών χρονοδιαγραμμάτων, αυτό το οποίο θα μπορούσε να συζητηθεί είναι η παραμονή εγγυήσεων για το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί ότι μπορεί να λειτουργήσει η λύση και μετά να γίνει εκ νέου συζήτηση επί του θέματος.
 
Εάν θα πρέπει να συνεχιστούν ή όχι οι εγγυήσεις και κάτω από ποιες συνθήκες θα ήταν δυνατόν να συνεχιστούν ή να αλλάξει το καθεστώς τους. Κάτι ανάλογο προτείνεται και για το θέμα της παραμονής του στρατού. Ή ως εναλλακτική φόρμουλα η τουρκική βάση στο μοντέλο των βρετανικών, που σημαίνει, όμως, εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Άγκυρα, εφόσον θα είναι κυρίαρχη.
 
Εάν δεν φτάσει ο χρόνος για το εδαφικό, που λήγει στις 11 του Γενάρη, τα Ην. Έθνη αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο των παράλληλων συνομιλιών, αφού στις 12 θα αρχίσει η Διεθνής Διάσκεψη για τις εγγυήσεις και την ασφάλεια.
 
Ο ρόλος της ΕΕ
 
Στον αντίποδα είναι η πρόταση του Προέδρου, η οποία έχει συζητηθεί με την Ελλάδα και περιλαμβάνει εμπλοκή του Συμβουλίου Ασφαλείας για επιτήρηση κυρίως της εφαρμογής της λύσης. Εξού και η προσπάθεια να είναι παρόντα στη Διεθνή Διάσκεψη το σύνολο των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Κάτι που δεν ευνοεί η Τουρκία. Το ίδιο ισχύει και για την ΕΕ, η οποία μέσω των τελευταίων Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εξέφρασε την πρόθεση να είναι παρούσα και να έχει ενεργό ρόλο. Ειδικότερα, ως προς την ΕΕ, εμπόδιο για την Τουρκία αποτελούν τα άρθρα 42,7 (Συνθήκη Λισαβώνας) και 222 (Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ), καθώς και το 4,2 της Συνθήκης της ΕΕ.
 
Το μεν πρώτο αναφέρει ότι μπορεί να ενεργοποιηθεί από κράτος-μέλος στην περίπτωση που δεχθεί επίθεση από ξένη χώρα, οπότε το σύνολο των κρατών-μελών είναι αλληλέγγυα και το δεύτερο αναφέρει ως προϋπόθεση ενεργοποίησής του την όποια τρομοκρατική επίθεση. Δηλαδή μια προβοκατόρικη από πλευράς Άγκυρας ενέργεια πριν από ή μετά τη λύση. Ως προς το 4,2 είναι σε αντίθεση με ό,τι η Τουρκία υποστηρίζει περί εγγυήσεων.
 
Για να μην προκύψει πρόβλημα με την ΕΕ, η τουρκική πλευρά θα ήταν δυνατόν να επιδιώξει την υπογραφή μιας νέας Συνθήκης, η οποία θα εφαρμοστεί στη βάση ενός πρόσθετου Πρωτοκόλλου, συμπληρωματικού ως προς αυτό του Πρωτοκόλλου 10 για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, που θα λάβει έγκριση ως ενιαίο πακέτο στο πλαίσιο των χωριστών δημοψηφισμάτων.
 
Ο ισχυρισμός είναι ο εξής:
 
1. Εφόσον ίσχυε και η συνθήκη του ΄60 με τις εγγυήσεις, γιατί να μην ισχύσει και η νέα.
2. Ακόμη και αν υπάρχει απόκλιση από όσα καθορίζουν οι πλευρές, αυτό θα γίνει με τη θέληση των μερών. Των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, από τους οποίους, όπως αναφέρει η κοινή δήλωση Αναστασιάδη-Έρογλου, η εξουσία πηγάζει εξίσου. Όπου εξουσία βλέπε κυριαρχία.
Το θέμα όμως, εδώ, είναι ότι στις 12 για παράδειγμα του Γενάρη, εάν προκύψει συμφωνία, η Κυπριακή Δημοκρατία θα υπάρχει ακόμη ως τέτοια. Και το δικαίωμα υπογραφής το έχει ο Πρόεδρος και όχι οι ηγέτες των Κοινοτήτων. Αυτό έχει επιλυθεί από το 1964 με το σχετικό ψήφισμα (186) του Συμβουλίου Ασφαλείας. Άλλωστε και την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ο Πρόεδρος Τ. Παπαδόπουλος την υπέγραψε.
 
Πώς μπορεί, λοιπόν, να υπογράψει ο Μουσταφά Ακιτνζί ως εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων, όταν θεωρεί τον εαυτό του Πρόεδρο της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», η οποία, όμως, δεν αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα κατόπιν των σχετικών ψηφισμάτων 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στην ίδια νομική και πολιτική γραμμή βρίσκεται και η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, η οποία απαντά στην επιστολή-δήλωση της Τουρκίας προς την ΕΕ, ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία.
 
Η ΕΕ καθορίζει με την αντιδήλωσή της ότι αναγνωρίζει στο νησί ως μόνο κράτος αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο εντάχθηκε στην ΕΕ συμφώνως με το Πρωτόκολλο 10. Και ταυτοχρόνως καθιστά σαφές ότι η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την κυβέρνηση της Άγκυρας είναι απαραίτητη προϋπόθεση της τουρκικής ενταξιακής διαδικασίας. Υπάρχει, ακόμη, κάτι σημαντικό, το οποίο θα πρέπει να λεχθεί σε σχέση με το νομικό καθεστώς του κ. Ακιντζί: δεν εξελέγη επί τη βάσει του νόμιμου νομικού πλαισίου της Κυπριακής Δημοκρατίας που αναγνωρίζεται διεθνώς, αλλά στο πλαίσιο των συνταγματικών δομών του ψευδοκράτους, που είναι παράνομες και μη ισχύουσες.
 
Συμφώνως, δε, με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ που αφορούν στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή και σε εκείνη της Τιτίνας Λοϊζίδου εναντίον της Τουρκίας, οι όποιες «αρχές» στα κατεχόμενα, δηλαδή αυτές που εκφράζει ο Ακιντζί, είναι υποτελείς στην Τουρκία. Εξού και το γεγονός ότι η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει για την απώλεια χρήσης των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων.
 
Μόνο ο Πρόεδρος
 
Υπό αυτές τις συνθήκες: Α. Ο κ. Ακιντζί δεν μπορεί να υπογράψει καμιά διεθνή συνθήκη και δη εκείνη της αλλαγής του καθεστώτος των εγγυήσεων. Εάν υπογράψει μαζί με τον Πρόεδρο, σημαίνει την αναγνώρισή του ως προέδρου μαζί και του ψευδοκράτους, εφόσον δεν είναι εκλελεγμένος στο πλαίσιο των συνταγματικών διατάξεων και νομοθεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Β. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είναι ο νόμιμος ανώτατος άρχοντας του αναγνωρισμένου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον ΟΗΕ και την ΕΕ που μπορεί να υπογράφει διεθνείς συνθήκες. Όμως πώς μπορεί να δεχθεί η Τουρκία κάτι τέτοιο;
Η θέση μας είναι όπως διαφυλαχθεί ο θεσμός του Προέδρου και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι να προκύψει η θεσμική του υποβάθμιση σε Κοινοτάρχη και η αρχή της διάλυσης του νόμιμου κράτους.
 
Αλλαγή Συνθήκης μέσω λύσης
 
Υπάρχει, ακόμη, κάτι συναφές: Πώς θα υπογραφεί συμφωνία για αλλαγή της Συνθήκης των Εγγυήσεων που είναι τμήμα των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του ίδιου του κράτους, χωρίς να εγκριθεί συνολική λύση μέσω των χωριστών δημοψηφισμάτων; Πώς θα γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Τούρκους; Προφανώς, εκείνο το οποίο θα μπορεί να συμβεί είναι μια κατ' αρχήν συμφωνία κυρίων, που θα ενσωματωθεί στο πακέτο της λύσης χωρίς, όμως, να μπορεί να γίνει παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Η νομιμοποίηση μιας τέτοιας συμφωνίας θα μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο μετά το δημοψήφισμα και στο πλαίσιο της λύσης.
Έτσι δεν θα χρειαστούν υπογραφές που θα παραγάγουν έννομα αποτελέσματα. Τα οποία έννομα αποτελέσματα μπορούν να παραχθούν στη βάση των χωριστών δημοψηφισμάτων, που παραπέμπουν στην κοινή δήλωση Αναστασιάδη-Ακιντζί. Σε αυτήν αναφέρεται, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ότι εξουσία του νέου ομόσπονδου πολιτειακού συστήματος πηγάζει εξίσου από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους.
 
Η φράση αυτή μπορεί να πυροδοτήσει εν συνεχεία νομικές αντικρουόμενες ερμηνείες, αφού από τώρα οι Τουρκοκύπριοι μιλούν για χωριστούς λαούς. Και η έννοια λαός είναι νομικώς συναφής με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, άρθρο 1 παράγραφος 2 του Χάρτη των Ην. Εθνών. Σήμερα ένα τέτοιο δικαίωμα δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους Τουρκοκυπρίους, διότι τόσο αυτοί όσο και οι έποικοι δεν αποτελούν τον νόμιμο πληθυσμό στον Βορρά, ούτε είναι οι ιδιοκτήτες της γης. Αυτό θα καταστεί δυνατό και νόμιμο μέσω μιας λύσης, όπως η προδιαγραφόμενη ομοσπονδιακή, αφού προβλέπει ότι ο Βορράς, δηλαδή το εκεί ισότιμου καθεστώτος τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο θα καταστεί τουρκικό.
 
Εάν προκύψει κρίση, θα μπορεί να ισχυριστεί αυτό που δεν μπορεί να ισχυριστεί με επιτυχία σήμερα. Ότι, δηλαδή, μπορεί να διενεργήσει δημοψήφισμα στη βάση της αρχής της αυτοδιάθεσης. Και δεν μπορεί να το επικαλεστεί με επιτυχία σήμερα, διότι οι Τουρκοκύπριοι δεν συνιστούν λαό που κατοικεί σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Τους λείπει το στοιχείο της νομιμότητας, πράγμα που τεκμαίρεται μέσω της έκδοσης των ψηφισμάτων 541 και 550, που προκύπτουν μέσα από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Χάρτη των Ην. Εθνών. Το εν λόγω άρθρο απαγορεύει τη νομιμοποίηση Αρχής, οντότητας ή κράτους που προέκυψε με τη βία και τη χρήση των όπλων.
 
Η Κριμαία
 
Γιατί τονίζονται τα ανωτέρω; Διότι γίνεται λόγος για τον τουρκικό εκβιασμό περί της προσάρτησης των κατεχομένων στο μοντέλο της Κριμαίας, εάν δεν προκύψει λύση. Επί τούτων επισημαίνουμε τα εξής: Σήμερα και χωρίς μια ομοσπονδιακή λύση και επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζει να είναι ενιαίο κράτος, αποτελούμενο, δηλαδή, από μία και μόνη πολιτεία με τον Βορρά υπό κατοχή, καμιά νομική βάση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τουρκικής πλευράς ως προς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
 
Είναι αναγνωρισμένη η Κυπριακή Δημοκρατία και από τον ΟΗΕ και από την ΕΕ. Εάν γίνει ομοσπονδία, ο Βορράς θα είναι πλέον τουρκικός και το παράνομο σήμερα καθεστώς θα καταστεί νόμιμο. Και η διοίκηση και ο πληθυσμός του. Συν το ότι θα έχει έδαφος. Στοιχεία δηλαδή κρατικά.
 
Συνεπώς, εφόσον η τουρκική πολιτική δεν αλλάξει, που όλοι συμφωνούν ότι μέχρι στιγμής δεν έχει αλλάξει, η Άγκυρα θα εκβιάζει και μετά τη λύση με προσάρτηση, εάν το ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα δεν υιοθετεί την πολιτική της και ειδικότερα, εάν οι Ελληνοκύπριοι δεν υιοθετούν τις τουρκικές επιταγές. Σε μια τέτοια περίπτωση, πόσο δύσκολο θα είναι να προκληθεί κρίση και οι Τουρκοκύπριοι να απειλούν με δημοψήφισμα ανεξαρτητοποίησης ή προσάρτησης επί τη βάσει της αρχής της αυτοδιάθεσης, εάν δεν συμμορφωθούμε με την τουρκική πολιτική;
 
Οι εκβιασμοί και η βιωσιμότητα
 
Σήμερα, οι Τουρκοκύπριοι και η Άγκυρα δεν μπορούν να επικαλεστούν το μοντέλο της Κριμαίας, διότι ο εκεί ρωσικός πληθυσμός ήταν γηγενής και είχε αναγνωρισμένο αυτόνομο καθεστώς στο πλαίσιο της Ουκρανίας, σε αντίθεση με τους Τουρκοκυπρίους και τους εποίκους, οι οποίοι είναι μετακινηθέντες πληθυσμοί, ως αποτέλεσμα της εισβολής που επέφερε την εκδίωξη του νόμιμου ελληνοκυπριακού πληθυσμού.
 
Μετά όμως τη λύση, ο σημερινός παράνομος πληθυσμός στα κατεχόμενα θα γίνει νόμιμος, με εσωτερική μάλιστα ιθαγένεια, ή όπως λέγεται ιδιότητα πολίτου του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου. Μια ιδιότητα που συνδέεται με το δικαίωμα της ψήφου στον Βορρά. Όσοι δεν διαθέτουν την εσωτερική τουρκοκυπριακή ιθαγένεια δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου. Και οι Έλληνες για να την αποκτήσουν θα πρέπει να γίνουν από Έλληνες Τούρκοι.
 
Διότι αυτομάτως θα χάσουν την ελληνοκυπριακή τους ιδιότητα. Δεν δικαιούνται να έχουν και τις δυο. Μόνο το 20% όσων Ελληνοκυπρίων θα δηλώσουν μόνιμη κατοικία στον Βορρά θα έχουν δικαίωμα ψήφου σε τοπικές εκλογές και κανένας σε εθνικές. Αρα, ο περί προσάρτησης εκβιασμός θα συνεχίσει και θα είναι πιο έντονος και νομικώς μάλιστα βάσιμος μετά τη λύση, παρότι πριν από αυτήν. Και τι θα συμβεί; Τελικά, η βιωσιμότητα της ομοσπονδίας πού θα στηριχθεί;
Μήπως τελικά θα στηριχθεί στους τουρκικούς εκβιασμούς και στις δικές μας υποχωρήσεις, για να μην προχωρήσει η Άγκυρα μέσω Τουρκοκυπρίων και εποίκων σε προσάρτηση; Είναι, βεβαίως, σοβαρό και υψίστης σημασίας το θέμα των εγγυήσεων, επί του οποίου είμαστε κάθετοι: Ούτε συζήτηση για ξένες εγγυήσεις ή ότι θα γίνει δεκτή οποιαδήποτε λύση χωρίς την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων.
 
Ας μη μας διαφεύγει, όμως, με ή χωρίς εγγυήσεις το νέο πολιτειακό σύστημα μπορεί να τιναχθεί στον αέρα, χωρίς η Τουρκία να επέμβει και να ρίξει τουφεκιά μετά τη λύση, εάν δεν της γίνονται τα χατίρια και εάν δεν είμαστε το προτεκτοράτο της. Και εξηγούμαι: Μέσα από μια και μόνη προβοκατόρικη κρίση, που θα μας φορτώνει την ευθύνη και θα δικαιολογεί μέσα από νομικές ερμηνείες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, θα έχει την ευκαιρία, ελέω των ομοσπονδιακών δομών, να υιοθετήσει το μοντέλο της Κριμαίας. Και μάλιστα με πιο πολλές πιθανότητες επιτυχίας από ό,τι η Ρωσία.
 

Top