Θανάσης Αθανασίου Ρε τον κατάπελλο…

Ρε τον κατάπελλο…

Ο Θανάσης Αθανασίου είναι δημοσιογράφος του Sigmalive


Name"Ρε τον κατάπελλo"…ήταν η πρώτη αντίδραση, η πρώτη μου σκέψη, μόλις τον είδα.

Βρισκόμουν σε πεζόδρομο της Λευκωσίας, για το καθιερωμένο μου απογευματινό τρέξιμο, όταν είδα από μακριά έναν τύπο, ο οποίος έστησε ένα πάγκο με καφέδες και τσάγια με βότανα, μπροστά από ένα παγκάκι και τα πουλούσε στους περαστικούς. Μόλις τον είδα, σαν typical κυπραίος που είμαι και γω, με συνεπήρε ένα αίσθημα «ανωτερότητας», μια σκέψη του τύπου «αλλοδαπός θα ΄ναι».

Τον προσπέρασα και συνέχισα να τρέχω, πιστός στο πρόγραμμα μου. Αλλωστε για αυτό τον λόγο ήμουν εκεί. Έφθασα μέχρι το τέλος του πεζόδρομου και ήταν η ώρα να φύγω γιατί είχα κάποιες υποχρεώσεις. Τελευταία στιγμή όμως άλλαξα γνώμη. «Θα επιστρέψω», σκέφτηκα, «και θα του μιλήσω». Αποφάσισα ότι έπρεπε να μάθω ποιος ήταν, τι έκανε εκεί, ποια ανάγκη τον έσπρωξε στον πεζόδρομο να πουλά τσιάγια τζαι καφέδες. Έτσι και έκανα. Πείτε το περιέργεια, πείτε το «κρίση ανθρωπιάς», όπως θέλετε πείτε το, επέστρεψα και τον έπιασα κουβέντα.

- «Ανοίξαμε επιχείρηση;», τον ρώτησα.

- «Ναι, φίλε», μου απάντησε.

Αποκάλυψις, δεν ήταν «κακομάζαλος» αλλοδαπός! Ήταν ένας σαν όλους εμάς, αλλά καθόλου σαν εμάς.

- «Θα πιείς ένα τσάι;», με ρώτησε.

- «Ήλθα για τρέξιμο ρε φίλε και δεν συνηθίζω να κουβαλώ πορτοφόλι όταν τρέχω. Δεν σε ξαναείδα εδώ αν και έρχομαι συχνά εδώ τα τελευταία χρόνια», του είπα.

- «Κερασμένο από μένα», αποκρίθηκε και πρόσθεσε «έρχομαι συνήθως πρωινά και για αυτό δεν έτυχε να με δεις».

Τελικά κουβεντιάζαμε για πάνω από μισή ώρα. Μου είπε ότι είναι άνεργος τα τελευταία δύο χρόνια, ότι σπούδασε στην Αμερική κινηματογραφιστής του σινεμά, ότι η γυναίκα του είναι επίσης άνεργη και από ότι κατάλαβα, πάνω κάτω, στην ηλικία μου πρέπει να ήταν.

Τον ρώτησα αν βγάζει τα προς το ζην με αυτή τη δουλεία και μου είπε ότι κερδίζει μερικά λεφτά αλλά και ότι κάποιες φορές κερνάει τους περαστικούς. Όση ώρα μιλούσαμε, ο τύπος χαιρετούσε τους περαστικούς. Από τους δέκα, ο ένας ανταποκρινόταν στο χαιρετισμό, οι πλείστοι από τους οποίους απαντούσαν με ειρωνικό ύφος, λες και σκέφτονταν «τι κάμνει δαμέ τούτος ο κούλλουφος, ποιος του έδωκε το δικαίωμα να μου μιλά». Κάθε άλλο όμως παρά κούλλουφος ήταν. Όση ώρα κουβεντιάζαμε, κατάλαβα ότι πρόκειται για ένα διαβασμένο, βαθυστόχαστο άνθρωπο, με κοινωνικούς προβληματισμούς και διαφορετική θεώρηση για τη ζωή.

Όταν τον ρώτησα «γιατί δεν σου απαντούν οι άνθρωποι όταν τους απευθύνεσαι για έναν απλό χαιρετισμό;», μου απάντησε «επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να είναι άνθρωποι. Δεν ενδιαφέρονται να κοιτάξουν την νύχτα τον ουρανό και να ονειρευτούν, δεν συνεπαίρνονται από την ομορφιά του κύματος και του αφρού της θάλασσας και δεν προσδίδουν, με τη φαντασία τους, σχήματα στα σύννεφα». Έμεινα άναυδος. Πώς είναι δυνατόν, αυτός ο άνθρωπος να πουλά τσιάγια μες τους πεζόδρομους, σκέφτηκα. Και η απάντηση ήλθε δια στόματος του ξένου καφετζιή, χωρίς καν να ρωτήσω: «Ξέρεις, φίλε», μου είπε, «η δουλειά δεν είναι ντροπή». Χαμογέλασα και του απάντησα, «πόσο δίκαιο έχεις φίλε μου» (παρόλο που έφιεν λίο η φάτσα μου που ο τύπος απάντησε στη σκέψη μου).

Μου είπε επίσης ότι, πλην της γυναίκας του, δεν έχει άλλη οικογένεια και ότι του αρέσει να κάνει εξορμήσεις στα βουνά και να συλλέγει βότανα για τα τσάγια που πουλά.

Αυτή λοιπόν, ήταν μια εμπειρία που έπρεπε να ζήσω για να καταλάβω ότι δεν απέμειναν πολλοί άνθρωποι. Παραξενευόμαστε και ενίοτε νευριάζουμε κάθε φορά που κάποιος ξένος μας απευθύνει το λόγο, έστω και για έναν απλό χαιρετισμό. Γίναμε καχύποπτοι με όλους και με όλα, δούλοι του χρήματος και της δόξας και αν δεν έχουμε να κερδίσουμε κάτι από αυτά, δεν μπαίνουμε στον κόπο να μιλήσουμε, να καλημερίσουμε ή έστω να γνέψουμε ένα «γεια σου». Η κοινωνία μας έφερε σε ένα επίπεδο αυταπάρνησης, απόρριψης της ίδιας μας της φύσης. Η κοινωνία όμως δεν είναι ένας και μοναδικός δαίμονας, αλλά μια λεγεώνα που αποτελείται από όλους εμάς τους κακούς δαίμονες. Αντιλήφθηκα μετά λύπης μου ότι στην κατηγορία αυτών που απώλεσαν την ανθρωπιά τους, εντάχθηκα και εγώ, αφού όταν τον είδα για πρώτη φορά, έκανα τις σκέψεις που περιέγραψα στην αρχή. Είμαι όμως πολύ χαρούμενος και ευχαριστημένος, θα έλεγα, που επέστρεψα και άνοιξα κουβέντα.

Μαθήματα ζωής και ανθρωπιάς, πρέπει να παίρνουμε από τους πραγματικούς ανθρώπους, όπως ακριβώς μαθήματα μαθηματικών παίρνουμε από τους μαθηματικούς και μαθήματα ελληνικών από τους φιλόλογους.

Από αυτή τη συζήτηση επανάκτησα λίγη από τη χαμένη μου ανθρωπιά. Τις θερμές μου ευχαριστίες, ξένε...


Name


Top