Πέτρα Αργυρού Πατρίδα… δανεική

Πατρίδα… δανεική


*** Κατέβαινε με βαρύ βηματισμό τα μαυρισμένα σκαλοπάτια, έχοντας στο χέρι ένα μπεγλέρι και στ’ αφτί σγουρό βασιλικό σαν εκείνον που ‘χε φυτεμένο η μάνα του κι ανάσταινε το στενό της θαλασσοφίλητης ζωής της. Το Αϊβαλί της…
*** Το υπόγειο του Αρτέμη γεμάτο απόψε. Έφταναν ίσα με τον δρόμο οι ήχοι από το τουμπερλέκι της Κλεονίκης και τον μπαγλαμά του Μπάτη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι που ‘χε ξεμείνει στο βάθος. Ζήτησε κρασί κι έστριψε τσιγάρο.
*** Σ’ εκείνο το καταγώγιο, που στήθηκε με δάκρυ, μες στην αφιλόξενη μάνα-πατρίδα, μαζεύονταν δικοί του, πρόσφυγες Αϊβαλιώτες κι όχι μόνο. Μαζεύονταν και Ερυθραίοι, Αλατσιατιανοί, Σμυρνιώτες κι έξαιναν τον πόνο και τις θύμησες του διωγμού, της εθνοκάθαρσης και της καταστροφής.
*** Είχαν περάσει δυο χρόνια από τότε. Χαμένες στον ξεριζωμό μάνα κι αδερφή. Χαμένη και η Αργυρή, στην οποία ορκίστηκε παράδεισο και αφοσίωση παντοτινή. Ο ίδιος, μόλις μια βδομάδα στην Ελλάδα.
*** Ήταν για 14 μήνες εκεί, όπου «καιγόταν με πυρωμένο σίδερο η σάρκα» και πάλευε ο άγγελος με τον δαίμονα για μια στάλα ψυχής. Στα τουρκικά Τάγματα Εργασίας, όπου αιχμαλωτίστηκαν 3.000 συγχωριανοί του, μα επιβίωσαν μόλις 23. Αμελέ Ταμπουρού… Η βέβαιη πορεία προς τον θάνατο, για 250.000 Έλληνες, που έγραψαν την πιο θλιβερή ιστορία της Μικρασίας.
*** Σκοτείνιασε η θωριά του, καθώς τα θυμήθηκε. Είχε μείνει στο τίποτα, με μόνη περιουσία τις μνήμες απ’ την πυρακτωμένη κόλαση της Μαγνησιάς. Ήθελε να ξεχάσει, να σουβλίσει το κεφάλι του -καθώς σούβλισαν τον καρδιακό του φίλο- και να τις αφανίσει.
*** Τον συνέφεραν οι φωνές δυο τραπέζια παρακάτω και η αιφνίδια διακοπή της μουσικής. Μια κοπελιά έριξε το ποτήρι στο πάτωμα και, με αργό, μεγαλόπρεπο βηματισμό, έκανε πέρα ένα παλληκάρι κι έπιασε το ζεϊμπέκικο. Μεγάλη προσβολή. Σαματάς…
*** Ο Αρτέμης, τύπος βαρύς. Δεν σήκωνε πολλά-πολλά, επιχείρησε να ηρεμήσει τα πνεύματα. Μάταια, όμως. Αψύς, καθώς ήταν, έσυρε έξω απ’ το μαγαζί του την παρέα και μ’ ένα νεύμα ξανάρχισε ο μπαγλαμάς.
*** Ντυμένη στα μαύρα η Αλατσατιανή, με το μαλλί ατίθασο και το βαθυμπλέ θολό βλέμμα, έβαλε το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών της, σήκωσε τα χέρια ψηλά -λες κι ήθελε να ακουμπήσει τον Θεό- και μ’ ένα τρόπο τελετουργικό έσβησε στον αργό ρυθμό τη λεβεντιά και το ντέρτι της.
*** Την βλέπει ο Ιάκωβος και αρπάζει τον Αρτέμη απ’ το μανίκι. «Ποια είναι αυτή, ρε πατριώτη; Την ξέρεις;». «Άστα, παλληκάρι μου… Δυο χρόνια η φωτιά της δεν σβήνει της έρμης. Αποβραδίς γεννιέται και με το πρώτο φως ανασαίνει την τελευταία της πνοή στα στενά της Δραπετσώνας. Αργυρή τη λένε»…
Παρεμπιπτόντως, πρόκειται για αληθινή ιστορία. Ο Ιάκωβος και η Αργυρή ξαναντάμωσαν. Έμειναν στις προσφυγικές παράγκες της Δραπετσώνας έως το 1930. Εκδιώχθηκαν και από εκεί όταν δόθηκε η εντολή να κατεδαφιστούν οι προσφυγικοί οικισμοί και κατέληξαν στη Λευκωσία, σ’ έναν παράδρομο της οδού Ερμού. Ηλικιωμένοι πια, εκδιώχθηκαν για τρίτη φορά κατά την τουρκική εισβολή.

Top