Πέτρα Αργυρού Ο χειμωνανθός

Ο χειμωνανθός


*** Κυριακή βράδυ. Επιτέλους έχει φτάσει η μεγάλη στιγμή για εκείνο το συναπάντημα, που με τόση αγωνία καρτερούσε. Το ταξί την κατέβασε μπροστά από ένα παλιό αρχοντικό πνιγμένο στα δέντρα, που 'χαν ρίξει τα φύλλα τους κι έδιναν την αίσθηση στοιχειωμένου τοπίου.
*** Μόνη παρηγοριά, μια συστάδα χειμωνανθών, που ήταν φυτεμένοι στην είσοδο και η προσδοκία του συναπαντήματος.
*** Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Παρά την ψύχρα, αισθανόταν τα χέρια της ιδρωμένα, η καρδιά της χτυπούσε ασυντόνιστα και η ανάσα της μετά βίας έβγαινε. Αν και το είχε προμελετημένο, τώρα ένιωθε πως αδυνατούσε να κάνει την όποια συζήτηση, αδυνατούσε να διαχειριστεί έναν άνθρωπο που με τα γραφτά και το πνεύμα του της είχε καθορίσει τον τρόπο σκέψης.
*** Αδυνατούσε να σταθεί απέναντι σε μια μορφή που πλήρωσε τον ξεριζωμό της Μικράς Ασίας, βρέθηκε στο ελληνικό μέτωπο του δευτέρου Παγκοσμίου και αιμορράγησε στον εμφύλιο σπαραγμό.
*** Χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε η Φροσύνη. Μια αποφασιστική Σμυρνιά, που την είχε χρόνια βοηθό ο καθηγητής. «Πέρασε, παιδί μου. Λυπάμαι. Δεν πρόλαβα να σε ειδοποιήσω, μα ο Άριστος δεν είναι εδώ. Τον πήγαμε το πρωί στο "Υγεία" με οξύ πνευμονικό οίδημα».
*** Την οδήγησε στο σαλόνι, που φώτιζε αμυδρά η φωτιά απ’ το τζάκι. Στο πλάι, η βαθιά πολυθρόνα του καθηγητή και σχεδόν εφαπτόμενο το γραφείο με την παλιά γραφομηχανή.
*** Κάθισε, ξεψυχισμένη δίπλα, έχοντας απέναντι το παράθυρο. Ο ήχος από τις δυνατές στάλες βροχής, μούσκεψε τα λόγια της κυρά Φροσύνης, εξανέμισε τις προσδοκίες, ξόδεψε διαμιάς τα όνειρα και τα… καλοκαίρια.
*** Έτσι, με το τίποτα της μιας στιγμής, ο κόσμος έξω απ’ το παράθυρο κόντευε να σβηστεί, καθώς η υγρασία αφάνιζε τις γραμμές των οριζόντων. Ένα θολό τοπίο, ένα θολό συναίσθημα που κάνει ζευγάρι με το φθινόπωρο. Το τέλος εποχής. Το τέλος ενός ακόμη κύκλου ζωής.
*** Οι συμβολισμοί του μελαγχολικού φθινοπώρου καίγονταν στις φλόγες του τζακιού, όπως και οι αναμνήσεις, οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες και ο ανέφελος απολογισμός.
*** Αναμένοντας τη Φροσύνη για το «τραττάρισμα», το βλέμμα της στάθηκε σ’ ένα κίτρινο χαρτάκι, που είχε παραπέσει κάτω από το γραφείο. Προσπάθησε να το ξετσαλακώσει.
*** Ένας τόσος δα χειμωνανθός ήταν κλεισμένος μέσα και δυο γραμμές κείμενο. Χειρόγραφο κείμενο. Το τελευταίο ίσως χειρόγραφο, που έκανε το τίποτα να γίνεται όλα… «…Τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας. Τη μοίρα του ήλιου (όμως), θα την πούμε εμείς…»
Παρεμπιπτόντως, στις 2 Νοεμβρίου το 1911 είχε γεννηθεί ο Οδυσσέας Ελύτης, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της Ελλάδας.
Και το άσχετον, τα πάντα είναι γραμμένα, αλλά είναι αναγκαία και η υπογραφή μας.

Top