Ο θάνατος του ποιητή

Ο Κώστας Κλεάνθους δεν ήταν ο τελευταίος πολίτης αυτού του τόπου. Ήταν ένας αξιόλογος πνευματικός άνθρωπος, ποιητής και μουσικός, με ενεργό συμβολή στα πολιτιστικά δρώμενα της πατρίδας μας.

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1925 και αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, όπου υπήρξε μαθητής του Γιάγκου Μιχαηλίδη. Με το διακεκριμένο μουσουργό συνεργάστηκε αργότερα στενά στο Μουσικό Σύλλογο «Μότζαρτ». Ήταν μέλος της Ορχήστρας Δωματίου Κύπρου στην οποία έπαιζε βιόλα, έγραψε μουσική για διάφορα θεατρικά έργα, καθώς και επιθεωρησιακή μουσική και κυρίως ποίηση.

Ποίησε σε παραδοσιακούς όσο και ελεύθερους στίχους, με κύριο χαρακτηριστικό τη στράτευση στην υπόθεση της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της επανένωσης της πατρίδας στην οποία είναι αφιερωμένη, μεταξύ άλλων, η ποιητική του συλλογή «Αδελφέ μου Οσμάν», που εξέδωσε λίγο μετά την κυπριακή τραγωδία του 1974.

Προηγουμένως είχε εκδώσει δυο άλλες ποιητικές συλλογές («Σφεντόνες» - 1959 και «Προσφορά» - 1962) και το 1984 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Σταθήκαμε όρθιοι». Αρκετά ποιήματά του περιλήφθηκαν σε διάφορες άλλες ποιητικές συλλογές, ενώ τα πιο πολλά δημοσιεύτηκαν στον κυπριακό Τύπο - κυρίως στη «Χαραυγή» που ήταν η εφημερίδα του και η συντροφιά του ώς την τελευταία του πνοή...

Δοσμένος ολόψυχα στην Αριστερά, για την οποία, υπερασπίζοντάς την, μπορούσε να κάνει καβγά, είχε τα κηρύγματά της «πιστεύω» του και το οίκημα του μεγαλύτερου σωματείου της, δεύτερο σπίτι του.

Σε προχωρημένη πια ηλικία, τον έπαιρναν τα παιδιά του κάθε μέρα εκεί. Ώς το μοιραίο τραυματισμό του στα μέσα του Μάρτη, σε ένα θλιβερό επεισόδιο στο οίκημα που περνούσε τις ώρες του. Στις λίγες βδομάδες που ακολούθησαν, η κατάστασή του χειροτέρευε διαρκώς. Και στις δυο του Μάη, μέρα κατά την οποία η ομάδα που λάτρευε στέφθηκε πρωταθλήτρια, ο Κώστας Κλεάνθους πέθανε.

Την επομένη του θανάτου του, η εφημερίδα που κουβαλούσε μια ζωή υπό μάλης, κυκλοφόρησε πολυσέλιδη. Η πρώτη, όπως και οι περισσότερες από τις 48 σελίδες της, ήταν αφιερωμένες στο «φούρπο» και ιδιαίτερα στη... βασίλισσα που επέστρεψε στο θρόνο της. Για το θάνατο του ποιητή δεν υπήρχε έστω και μια μικρή αναφορά στις σελίδες της εφημερίδας που δημοσίευσε τόσες και τόσες συνεργασίες του. Ούτε στις εκατοντάδες σελίδες της των επόμενων ημερών. Δημοσιεύτηκε μόνο η επί πληρωμή αγγελία της η κηδεία του τη μεθεπομένη του θανάτου του αγωνιστή ποιητή, που τίμησε την Αριστερά και την Κύπρο με το έργο του, το οποίο μεταφράστηκε στη Γαλλική, Ρωσική, Τουρκική, Βουλγαρική και άλλες ξένες γλώσσες...

Προφανώς δεν υπήρχε χώρος ούτε για το πιο τραγικό. Για το ότι την επομένη της κηδείας του, οι Αρχές της Δημοκρατίας ξέθαψαν τη σορό του για τη... νενομισμένη νεκροψία, αφού εκκρεμούσε καταγγελία στην Αστυνομια για το σε βάρος του τραγικό συμβάν. Για να διασαφηνιστεί κατά πόσο ο θάνατος του ογδονταπεντάχρονου -όπως έγραφαν διάφορες άλλες εφημερίδες- που μπαινόβγαινε μετά τον τραυματισμό του στο νοσοκομείο, οφειλόταν στον τραυματισμό του... του ογδονταπεντάχρονου, έγραφαν, χωρίς να αναφέρουν το όνομά του, παρόλο που ήταν ένας επώνυμος πνευματικός άνθρωπος...

Αντί μνημοσύνου στον Κώστα Κλεάνθους, οι στίχοι από το έργο του, «Αδελφέ μου Οσμάν» που ακολουθούν. Έργο ιδιαίτερα σημαντικό, που μελοποίησε ο Μάριος Τόκας:

Αδελφέ μου Οσμάν την καρδιά μου σου ανοίγω
που ανθίζ' η αγάπη κατάλευκο κρίνο
στον δικό σου τον πόνο τον πόνο μου σμίγω
και το χέρι σου δίνω.

Πουθενά του αιμάτου δεν βγάζει ο δρόμος
και τα μίση είναι σπέρμα του ξένου δυνάστη
και του ίδιου δημίου βαριά λαιμητόμος
πάνωθέ μας κρεμάστη.

Το χωριό μας θυμήσου φωλίτσα βουνίσια
τις σεμνές γειτονιές τ' ανθισμένα παρτέρια
τα παλιά μονοπάτια που βγάζανε ίσια
στης χαράς τα λημέρια.

Με μια πίστη χωρίζαμε Οσμάν κάθε βράδυ
πως ο ήλιος για μας πιο λαμπρός θ' ανατείλει
και χανόμαστε ασήμαντοι μες στο σκοτάδι
μα μεγάλοι σαν φίλοι.

Μα χυμήξαν οι γύπες μια μέρα κοπάδι
και μας διώξαν μακριά και παντέρημ' η γη μας
έχει μείνει χωρίς των χεριών μας το χάδι
και χωρίς την στοργή μας.

Είν' ο πόνος βαρύς που δεν έχω να γείρω
τη χαμένη χαρά τη γαλήνη που νάβρω;
Προσφυγιά και ορφάνια και πόνος τριγύρω
και το αύριο μαύρο.

Και σκορπίσαν παντού με μια σπάθη βαριά
του πολέμου την φρίκη κι είν' όλα συντρίμμια
πολιτείες στοιχεία και καμένα χωριά
στην πιο μαύρην ασκήμια.

Το νησί μας αιμόφυρτο μες στην οδύνη
μιά μικρή πεταλούδα στην πρώτη χαρά της
ζωντανή την καρφώσαν και να, σιγοκλείνει
με σπασμούς τα φτερά της.

Κι όσο να ΄ναι Οσμάν οι πληγές ανοιχτές
μα κι αν ζούμε ακόμα τ' απέραντο δράμα
να ξεχάσουμε πρέπει τα πάθη του χτες
και να ζήσουμε αντάμα.

Μ' ανοιχτή μας προσμέν' η Πατρίδα αγκάλη
αδελφέ μου ας δώσουμε πάλι τα χέρια
στον αγων' ας ριχτούμε με πίστιν ατσάλι
για μια Κύπρον ακέρια.

Top