«Έπρεπε να εισβάλουμε κι εμείς»

Ιστορικό λάθος χαρακτήρισε Βρετανός βουλευτής τον χειρισμό του 1974
Στην πράξη δεν μπορούμε να εκτελέσουμε την εγγύηση για την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Κύπρου, στην οποία αναφέρεται η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, παραδεχόταν το Φόρεϊν Όφις


Μέρος β’

Όπως γράψαμε χθες, στο α’ μέρος της παρουσίασης των νέων αποχαρακτηρισμένων εγγράφων του βρετανικού Φόρεϊν Όφις που αφορούν στην Κύπρο, στις 15 Νοεμβρίου 1983 έγινε στη Βουλή των Κοινοτήτων συζήτηση, αναφορικά με τη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κρίνεται η τοποθέτηση του Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας Σέρ Τζέφρι Χάου, στην εν λόγω συνεδρία, ο οποίος, απαντώντας σε παρέμβαση του φιλότουρκου βουλευτή, του Σερ Φρέντερικ Μπένετ, αναφέρθηκε σε μελλοντικό ουσιαστικά «ομόσπονδο κράτος».

Μαζί με τους Τούρκους
Στο πλαίσιο της ίδιας συζήτησης, ωστόσο, υπήρξε άλλη μια τοποθέτηση, που αξίζει προσοχής, αυτή του βουλευτή Τζούλιαν Έμερι, ο οποίος είπε:
«...Υπενθυμίζω ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, που βοήθησα να διαπραγματευθούμε, έθεσε μια υποχρέωση πάνω στη βρετανική κυβέρνηση, να επεμβαίνει για τη διατήρηση του Συντάγματος της Κύπρου που συμφωνήθηκε τότε. Συμφωνεί ο έντιμος φίλος (εννοεί τον Υπουργό Εξωτερικών) ότι η τότε κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του κ. Κάλαχαν, έκανε το ιστορικό λάθος όταν απέρριψε την πρόσκληση του Πρωθυπουργού της Τουρκίας, κ. Ετζεβίτ, να εισβάλει μαζί με τους Τούρκους για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης;..».
Σημειώνεται ότι ο Τζούλιαν Έμερι ήταν γαμβρός του Πρωθυπουργού Μακμίλαν και διετέλεσε υφυπουργός στο Γρ. Πολέμου μεταξύ των χρόνων 1957-1958 και στο Γρ. Αποικιών μεταξύ των χρόνων 1958-1960. Το 1957 σχεδίασε και χάρτη με λύση τριχοτόμησης της Κύπρου μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Διαπραγματεύθηκε τα εκκρεμή θέματα που απέρρεαν από τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, μαζί με τον Γλ. Κληρίδη και τον Φ. Κουτσιούκ. Ο Έμερι ήταν γιος του Συντηρητικού πολιτικού Λέο Έμερι, ο άλλος γιος του οποίου, ο Τζον Έμερι, εκτελέστηκε για εσχάτη προδοσία, αφού παραδέχθηκε συνεργασία με τους Γερμανούς.

Ελληνικά στρατεύματα στην Κύπρο;
Με τηλεγράφημά του ημερ. 16 Νοεμβρίου 1983, ο τότε Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας σερ Τζέφρι Χάου ενημέρωνε την πρεσβεία στην Αθήνα ότι είχε συνάντηση με τον Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο, ο οποίος συνοδευόταν από τον Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, κ. Κουτσόγιωργα, που ήταν και ο κύριος ομιλητής στη συνάντηση, μιλώντας εξολοκλήρου στα Ελληνικά. Ο κ. Κουτσόγιωργας είπε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις τουρκικές παραβιάσεις της Συνθήκης, η θέση της ελληνικής Κυβέρνησης ήταν πως αυτή δεν μπορεί να συμμετέχει σε τριμερή. Δεν ήσαν διατεθειμένοι να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις του 1974, που ουσιαστικά υπηρέτησαν μόνο την τουρκική εισβολή.... Ο Κουτσόγιωργας επέρριψε τις ευθύνες στους Τούρκους για την αχρήστευση του ενδοκοινοτικού διαλόγου... η Ελλάδα θα επέμενε στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων... Στο παρελθόν δεν είχαν σκεφτεί να στείλουν στρατεύματα στην Κύπρο. Όμως η κατάσταση παρουσίαζε μια σοβαρή αλλαγή. Παρόλο ότι δεν σχεδίαζαν να στείλουν στρατό στο νησί, δεν απέκλειαν την πιθανότητα.

Θα ανταποκρίνονταν
Ο Τζέφρι Χάου είπε ότι ευχόταν να μη γίνει κάτι που να επιδείνωνε την κατάσταση, οποιαδήποτε αύξηση στρατευμάτων θα έδιδε το λανθασμένο μήνυμα. Αναφορά σε αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στην Κύπρο έγινε και από τον Πρόεδρο Σπ. Κυπριανού, σύμφωνα με τηλεγράφημα από την Ουάσιγκτον προς το Φόρεϊν Όφις, ημερ. 22 Νοεμβρίου 1983, σχετικά με τη συνάντηση που είχε ο Κύπριος Πρόεδρος με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ρίγκαν. «Ο Κυπριανού είπε ότι είχε τη διαβεβαίωση του Παπανδρέου ότι οι Έλληνες θα ανταποκρίνονταν σε οιοδήποτε αίτημα των Ελληνοκυπρίων: ξεκάθαρα αυτό θα περιελάμβανε και την αποστολή περισσότερων στρατευμάτων...», σημείωνε η αναφορά...

Υποχρεώσεις για το θεαθήναι
Σε δεύτερη απαντητική επιστολή το Φόρειν Όφις, ημερ. 4 Νοεμβρίου 1983, προς το πρωθυπουργικό γραφείο σε σχέση με την απαίτηση της Πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για την ανάγκη έκτακτων σχεδίων για την αντιμετώπιση της πιθανής ανακήρυξης και τις δυσκολίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Βρετανίας σύμφωνα με τις Συνθήκες του 1960, έστειλε στην Πρωθυπουργό υπόμνημα καταγράφοντας τις συνέπειες σε περίπτωση ανακήρυξης του ψευδοκράτους. Και σημείωσε: «Όπως ξεκαθαρίζει το υπόμνημα, πιστεύουμε ότι οι αντιδράσεις μας πρέπει να χρωματίζονται από την ανάγκη να φαινόμαστε ότι εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας σύμφωνα με τις συνθήκες. Την επιθυμία να διατηρήσουμε καλές σχέσεις με τη Δημοκρατία της Κύπρου για τα συμφέροντά μας, να διατηρήσουμε τη χρήση των βρετανικών κυρίαρχων βάσεών μας ελεύθερη και δίχως προβλήματα και, για γενικότερους λόγους, με την Ελλάδα. Τις επιπτώσεις για το ΝΑΤΟ. Και τις επιπτώσεις για τις σχέσεις Τουρκίας με τη Δύση».

Πιθανές ενέργειες
Σύμφωνα με την απαντητική επιστολή, πιθανές ενέργειες σε περίπτωση ανεξαρτησίας θα περιλαμβάνουν:
«1. Δήλωση ότι καταδικάζουμε την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων και να καλούμε να ανακαλέσουν.
2. Διαμαρτυρίες προς την τουρκική κυβέρνηση.
3. Συντονισμό των προσπαθειών μας με τους κύριους συμμάχους και τη Γραμματεία του ΟΗΕ.
4. Διαβούλευση με την κυπριακή Κυβέρνηση.
5. Να καλέσουμε για διαβούλευση την Ελλάδα και Τουρκία, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 (αν και τέτοιες διαβουλεύσεις μάλλον θα είναι άκαρπες γιατί μία ή περισσότερες από τις εγγυήτριες δυνάμεις μπορεί να αρνηθούν να λάβουν μέρος, όμως εμείς θα πρέπει να φανούμε ότι εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας βάσει της Συνθήκης Εγγυήσεως που καλεί για τις εγγυήτριες δυνάμεις για διαβούλευση).
6. Πρωτοβουλίες με τους Δέκα (ΕΟΚ) και το ΝΑΤΟ.
7. Να καλέσουμε συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και ίσως να πάρουμε την πρωτοβουλία να ετοιμάσουμε ψήφισμα...».
Το Φόρεϊν Όφις θεωρούσε ότι τέτοιες τακτικές θα τους έδιδαν το διπλωματικό προβάδισμα πρωτοβουλίας που θα ικανοποιούσε τους Ελληνοκύπριους και την Ελλάδα σε περίπτωση ανακήρυξης. Θεωρούσαν, βέβαια, ότι θα ήταν αδύνατο να κατόρθωναν οι Ελληνοκύπριοι ανατροπή ανακήρυξης αν την πραγματοποιούσαν οι Τουρκοκύπριοι.

Δεν μπορούσαν να εγγυηθούν στην πράξη
Το Φόρεϊν Όφις, θέτοντας τις θέσεις και απόψεις του προς την Πρωθυπουργό, σημείωνε και τούτο: «Δεν εισηγούμαστε στρατιωτική δράση προκειμένου να "εκπληρώσουμε" την εγγύηση που προνοεί η Συνθήκη. Κάτι τέτοιο θα μας έφερνε αντιμέτωπους με μια κύρια σύμμαχο του ΝΑΤΟ (οι Τούρκοι έχουν στη βόρεια Κύπρο 17.000 στρατό). Παρόλο ότι η Συνθήκη μπορεί να μας δίνει το δικαίωμα να πάρουμε τέτοια δράση, ελλείψει όμως απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας θα είναι μάλλον αντίθετη με τον Καταστατικό Χάρτη των Η.Ε. Εν πάση περιπτώσει, είναι σωστό να καταλήξουμε, όπως έκανε και η Πρωθυπουργός, ότι στην πράξη δεν μπορούμε να εκτελέσουμε την εγγύηση για την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Κύπρου, στην οποία αναφέρεται η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960. Ούτε, βέβαια, κατάφεραν οι εγγυήτριες δυνάμεις να διατηρήσουν τις συνταγματικές διευθετήσεις του 1960, που αναφέρονται στις Συνθήκες μετά που αυτές κατέρρευσαν το 1963 μετά την ενδοκοινοτική βία, όταν οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από την ομόσπονδη κυβέρνηση. Η τυχόν ανακήρυξη από μόνη της δεν πρόκειται να αποτελέσει απειλή για τις Βρετανικές Κυρίαρχες Βάσεις...».
(Εδώ σημειώνεται και δεύτερη αναφορά, στα περιορισμένα έγγραφα που αποδέσμευσαν για το έτος 1983, σε «ομόσπονδη» Κύπρο).

ΦΑΝΟΥΛΑ ΑΡΓΥΡΟΥ
Ερευνήτρια/Δημοσιογράφος, Λονδίνο

Top