Μύλος με την Ερευνητική

Παράνομη η σύστασή της, υποστηρίζει ο Αλέκος Μαρκίδης
Στον «κατάλληλο χρόνο» θα τοποθετηθεί η Γενική Εισαγγελία, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, το θέμα της νομιμότητάς της αναμένεται να κριθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο


Νέες προεκτάσεις διαλαμβάνει το επίμαχο θέμα της νομιμότητας της Ερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία, με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις να αναφύονται σ’ ένα σαφώς διαφορικό πεδίο νομικών προσεγγίσεων. Ενώ από την περασμένη Δευτέρα, ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα Πέτρου Κληρίδη, βρίσκονται τόσο η επιστολή της Ερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία, αναφορικά με τα διαδραματισθέντα γεγονότα της 22ας Αυγούστου και την αποχώρηση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια από τη διερευνητική διαδικασία, όσο και η επιστολή των νομικών συμβούλων του τέως Προέδρου, όπου παρατίθεται η θέση ότι είναι παράνομη η σύσταση της Ερευνητικής Επιτροπής, χθες, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας, Αλέκος Μαρκίδης, υιοθετώντας, ουσιαστικά, τη θέση των νομικών συμβούλων του Δημήτρη Χριστόφια όσον αφορά τη θεσμική υπόσταση αυτής, εξέφρασε την άποψη ότι, βάσει του άρθρου 2 του Συντάγματος, περί διορισμού ερευνητικών επιτροπών, η Ερευνητική Επιτροπή που διερευνά τα σκάνδαλα στην οικονομία είναι παράνομη.

Επέδειξε «ακαμψία»
Ο κ. Μαρκίδης, σε παρέμβασή του χθες στη μεσημβρινή ενημερωτική ζώνη του ΡΙΚ, εξέφρασε με πλήρη σαφήνεια την εν λόγω άποψη, επισημαίνοντας με κατηγορηματικότητα ότι το άρθρο 2 του Συντάγματος, που αναφέρεται στον διορισμό ερευνητικών επιτροπών, είναι σαφέστατο «και δεν επιδέχεται οιαδήποτε άλλη ερμηνεία». Ερωτηθείς, δε, κατά πόσον ο Πρόεδρος της Ερευνητικής Επιτροπής Γεώργιος Πικής έχει επίγνωση της μη νομιμότητας της Επιτροπής, επισήμανε ότι γνωρίζει πως υπάρχει πρόβλημα, ενώ σημείωσε, επιπροσθέτως, πως η Ερευνητική Επιτροπή θα έπρεπε να επιτρέψει στον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναγνώσει τη γραπτή κατάθεσή του ενώπιόν της, αποδίδοντας την άρνησή της σε έκφραση «ακαμψίας», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

Όχι σε αποφάσεις που οδηγούν στην πόλωση
Αναφορικά, εξάλλου, με το εγερθέν θέμα ανυπακοής του τέως Πρόεδρου σε νόμιμη διαταγή, βάσει των προνοιών του Ποινικού Κώδικα, που βρίσκεται ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα, μετά τη διαβίβαση της σχετικής επιστολής της Ερευνητικής Επιτροπής για την αποχώρηση του Δημήτρη Χριστόφια, ο κ. Μαρκίδης διατύπωσε την άποψη πως θα πρέπει να πρυτανεύσει, πρώτα και πάνω απ’ όλα, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, υποδεικνύοντας πως, ενέργειες που ενδεχομένως θα είχαν ως αποτέλεσμα της υπόθαλψη της πόλωσης στο εσωτερικό μέτωπο, θα έπρεπε να αποφευχθούν, ενόψει της επανέναρξης της διαδικασίας για το Κυπριακό τον ερχόμενο Οκτώβριο. Φανταστείτε, να εισέλθουμε σε συνθήκες πόλωσης στο εσωτερικό μέτωπο και ένα μήνα μετά να επαναρχίσουν οι συνομιλίες στο Κυπριακό, επισήμανε, αφήνοντας, εμμέσως πλην σαφώς, να νοηθεί ότι, ενδεχόμενη εισαγγελική απόφαση για ποινική δίωξη του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας δεν θα ήταν η ορθότερη, υπό τις περιστάσεις, πράξη.

«Ορθή η νομική αμφισβήτηση»
Συναφείς απόψεις, όσον αφορά το έργο και τη λειτουργία της Ερευνητικής Επιτροπής, εκφράζει και ο δικηγόρος, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Χρίστος Ιωσηφίδης. Ο κ. Ιωσηφίδης διατυπώνει την άποψη πως ορθώς βρίσκεται υπό νομική αμφισβήτηση η Ερευνητική Επιτροπή, εκφράζοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι, όποιο και αν είναι το αναμενόμενο πόρισμά της, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο θα αποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών και της κοινωνίας, καθώς, αφ’ εαυτής, «αποφάσισε να στερήσει από τον κυπριακό λαό κάθε ελπίδα αποκάλυψης υπόπτων, που θα μπορούσαν να λογοδοτήσουν ενώπιον της δικαιοσύνης. Το πόρισμα δεν μπορεί να είναι πλήρες, καθότι η Ερευνητική Επιτροπή επετέλεσε έργο ημιτελές», τονίζει, επισημαίνοντας ότι, ουσιαστικά, «απέδειξε, καθ’ όλην τη διαδικασία, ότι δεν ήθελε να μάθει.

Δεν κάλεσε ενώπιόν της καθοριστικούς μάρτυρες και ούτε διερεύνησε ουσιαστικές πτυχές του αντικειμένου της», όπως ο Συνεργατισμός, αλλά και ουσιαστικούς μάρτυρες, όπως ο Ανδρέας Βγενόπουλος. Με αυτόν τον τρόπο, επισημαίνει, η Επιτροπή περιόρισε ακόμη περισσότερο το πεδίο της διερεύνησης, μετά και την «‘ενδιάμεση απόφαση’ της 25.06.2013 της πλειοψηφίας ‘Πικής-Κραμβής’ περί απουσίας δήθεν αρμοδιότητάς της να εξετάσει θέματα στα οποία πιθανόν να εμπλακεί και η δικαστική διαδικασία», την οποία θεωρεί λανθασμένη.

Πρόβλημα με τους όρους εντολής
Ο κ. Ιωσηφίδης εστιάζει, παράλληλα, στο θέμα των «όρων εντολής» της Ερευνητικής Επιτροπής, επισημαίνοντας, πως, «ταυτόχρονα με τον διορισμό της, η Επιτροπή έλαβε, δημόσια, οδηγίες από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διερευνήσει ‘κατά προτεραιότητα’ τις φήμες περί ύποπτης φυγάδευσης δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ από πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, με σκοπό την αποφυγή του κουρέματος. Η Επιτροπή δεν διερεύνησε το θέμα. Ούτε ζήτησε τον κατάλογο πολιτικών και άλλων επωνύμων που έλαβαν προνομιακά δάνεια».

Ειρήσθω εν παρόδω, πως, για το συγκεκριμένο θέμα, νομικές πηγές, μιλώντας στην εφημερίδα μας, έκαναν λόγο για «παντελή έκφραση ανακολουθίας και αντιφατικότητας μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Ερευνητικής Επιτροπής, καθώς, ενώ ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επανειλημμένως κάλεσε την Επιτροπή να επιληφθεί του συγκεκριμένου θέματος, και μάλιστα, κατά τη χθεσινή του κατάθεση, επιχείρησε δις να τοποθετηθεί επί των φημών περί ύποπτης φυγάδευσης εκ. ευρώ στο εξωτερικό από άτομα του οικογενειακού του περιβάλλοντος, η Ερευνητική Επιτροπή δεν το έπραξε, επικαλούμενη τους όρους εντολής της». Υπό αυτό το δεδομένο, επισήμαναν, εγείρεται μείζον ζήτημα ως προς το πώς ερμηνεύουν Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους όρους εντολής μιας Επιτροπής που εκείνος διόρισε και πώς η ίδια η Επιτροπή, που διορίστηκε από αυτόν.

Όσον αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην αποχώρηση του Δημήτρη Χριστόφια από την Επιτροπή, ο κ. Ιωσηφίδης ευθυγραμμίζεται με τη θέση των νομικών συμβούλων του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και του Αλέκου Μαρκίδη, υποστηρίζοντας ότι η Ερευνητική Επιτροπή «λανθασμένα απέφυγε να λάβει γνώση της γραπτής κατάθεσης του κ. Δημήτρη Χριστόφια και να τη δεχτεί ως τεκμήριο» (πλήρης ανάπτυξη των θέσεων του κ. Ιωσηφίδη στη σελ. 26).

Η θέση της Επιτροπής
Πάντως, όσον αφορά την εμφανισθείσα «διγλωσσία» ή και «διχογνωμία» μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Ερευνητικής Επιτροπής όσον αφορά την εξέταση του θέματος της φυγάδευσης χρημάτων συγγενικών του προσώπων στο εξωτερικό πριν από την απόφαση του Eurogroup για το κούρεμα καταθέσεων, η θέση της Επιτροπής, όπως εκφράστηκε από τον Πρόεδρό της Γεώργιο Πική, φαίνεται να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στο «γράμμα» των όρων εντολής του Υπουργικού Συμβουλίου, αφού σε κανέναν από αυτούς δεν εμπίπτει η ανάθεση αρμοδιότητας για εξέταση του συγκεκριμένου ή παρόμοιου γεγονότος.

Γ. Εισαγγελία: Στον κατάλληλο χρόνο…
Εν τω μεταξύ, ερωτηθείς από τη «Σ» ο Γενικός Εισαγγελέας όσον αφορά την επίμαχη διαμφισβήτηση περί της νομιμότητας ή μη της Ερευνητικής Επιτροπής, απέφυγε να απαντήσει, αφήνοντας να νοηθεί ότι, η θέση της Γ. Εισαγγελίας θα εκφραστεί στον κατάλληλο χρόνο και αφού διερευνηθούν πλήρως και σε όλες τους τις παραμέτρους οι διαστάσεις του θέματος. Πάντως, αναφορικά με την υπόθεση άρνησης του Δημήτρη Χριστόφια να καταθέσει προφορικά ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε χθες βράδυ το Sigma, αυτό που αναμένεται να κάνει ο Γενικός Εισαγγελέας είναι να διατάξει τη λήψη καταθέσεων από τον τέως Πρόεδρο αλλά και τους δικηγόρους του και, βεβαίως, από τα μέλη της Ερευνητικής Επιτροπής για το συγκεκριμένο συμβάν. Αυτό δεν εξυπακούεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα διατάξει ποινική δίωξη κατά του Δ. Χριστόφια, ενώ, σύμφωνα με έγκυρους πολιτικούς παρατηρητές και νομικές πηγές, το επόμενο στάδιο σύγκρουσης για τη νομιμότητα της Ερευνητικής Επιτροπής, που εγείρει το ΑΚΕΛ, θα μεταφερθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό, σύμφωνα με το Sigma, αναμένεται να γίνει μετά την έκδοση του πορίσματος της Επιτροπής περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εκ μέρους των δικηγόρων του Δημήτρη Χριστόφια, οι οποίοι θεωρείται βέβαιον ότι θ' αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της Επιτροπής.

Top