Αποκτούν τη χαμένη τους αίγλη οι λαϊκές αγορές

Κάποτε στη λαϊκή αγορά γινόταν το αδιαχώρητο. Από τις πρώτες πρωινές ώρες, ο κόσμος έτρεχε για να επιλέξει τα καλύτερα φρούτα και φθαρτά για το σπίτι του. Στη συνέχεια, όμως, με τη λειτουργία των σύγχρονων υπεραγορών, αρκετοί άλλαξαν συνήθειες και η κοσμοσυρροή που υπήρχε παλαιά στις λαϊκές αγορές μειώθηκε κατά πολύ.

Λίγο οι χώροι στάθμευσης στις μεγάλες πόλεις, λίγο οι ελκυστικές προσφορές των υπεραγορών με τις οποίες ο καταναλωτής «βομβαρδίζεται» καθημερινά με τις διαφημίσεις και τις συμφέρουσες τιμές, οι λαϊκές αγορές άρχισαν να αργοπεθαίνουν και μαζί τους κι εκείνα τα μικρά συνοικιακά μπακάλικα.
Πόσο θα μπορούσαν να αντέξουν οι λαϊκές αγορές από την πίεση που δέχονταν από τις σύγχρονες υπεραγορές με το συνεχή ανταγωνισμό και τη νέα τάξη πραγμάτων που εδημιουργείτο; Ήταν το ερώτημα που βασάνιζε παραγωγούς και λιανοπωλητές, που έβλεπαν το εισόδημά τους να μειώνεται χρόνο με το χρόνο. Κι όμως, όλες οι λαϊκές αγορές, όπως αυτή στον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ» στη Λευκωσία, που λειτουργεί κάθε Τετάρτη, η δεύτερη που λειτουργεί κάθε Σάββατο στο παλαιό Δημαρχείο της Λευκωσίας, καθώς επίσης κι εκείνη που λειτουργεί κάθε Τρίτη στο Δάλι, κοντά στο εργοστάσιο της Carlsberg, άντεξαν στην πίεση του χρόνου και στη σκληρή «κόντρα» τους με τις σύγχρονες υπεραγορές και συνεχίζουν να λειτουργούν.

Επιστροφή στη λαϊκή αγορά
Η λαϊκή αγορά δεν είναι μόνο ανάγκη αλλά και παράδοση που πρέπει να διατηρηθεί και αυτό συμβαίνει σήμερα. Αργά, αλλά σταθερά, κερδίζει το χαμένο έδαφος στη «μάχη» με τις υπεραγορές, με τον κόσμο να βγαίνει ξανά στο κυνήγι των πιο φθηνών, αλλά και των πιο ποιοτικών προϊόντων που διατίθενται στις λαϊκές αγορές κατευθείαν από την παραγωγή στην κατανάλωση, αλλά και όπου οι τιμές διαφέρουν από αυτές των υπεραγορών.
Στην ανάγκη αυτή οδηγήθηκαν οι καταναλωτές από τις απανωτές αυξήσεις σε αγαθά πρώτης ανάγκης, που επιβλήθηκαν τους τελευταίους μήνες και που έχουν επηρεάσει αρνητικά το βαλάντιο του Κύπριου καταναλωτή και οικογενειάρχη, ο οποίος τώρα είναι... «κουμπωμένος» και ιδιαίτερα προσεκτικός στις αγορές του, μιας και η ακρίβεια έγινε αισθητή στις τσέπες του. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τον τελευταίο καιρό, παρατηρείται μια ιδιαίτερα αυξημένη κινητικότητα στις λαϊκές αγορές, τις μέρες που αυτές λειτουργούν στη Λευκωσία. Μάλιστα, εκτιμάται ότι έχει παρατηρηθεί μια αύξηση σε ποσοστό πέραν του 30% στη λαϊκή αγορά του «ΟΧΙ», όπως μας δήλωσαν λιανοπωλητές που εκθέτουν τα προϊόντα τους κάθε Τετάρτη και που, σύμφωνα με ορισμένους από αυτούς, αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο όσο θα υπάρχει η οικονομική στενότητα στο ευρύ καταναλωτικό κοινό και ιδιαίτερα στα χαμηλά αμειβόμενα στρώματα, όπως οι συνταξιούχοι, τα οποία ασφαλώς δεν έχουν μείνει ανεπηρέαστα από την οικονομική κρίση.

Στη λαϊκή του «ΟΧΙ»
Την περασμένη Τετάρτη 12 Νοεμβρίου πραγματοποιήσαμε ένα οδοιπορικό στη λαϊκή αγορά φρούτων και φθαρτών στον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ» στη Λευκωσία. Ώρα 10 το πρωί και ο χώρος της λαϊκής έσφυζε από ζωή. Ο καλός και ηλιόλουστος καιρός, που τίποτα δεν θύμιζε από τη βροχερή νύχτα της Τρίτης, συνηγορούσε για καλές πωλήσεις από μέρος των παραγωγών-λιανοπωλητών. Στην αρχή ο κόσμος ήταν επιφυλακτικός και δεν άνοιγε εύκολα το πορτοφόλι του. Προτιμούσε να κάνει πρώτα μιαν αναγνώριση των τιμών και στη συνέχεια να αποφασίσει τι και πόσα θα αγοράσει.
Μαζί με τους καταναλωτές κάναμε κι εμείς τη δική μας αναγνώριση τιμών που ήταν σαφώς πιο κάτω από αυτές των υπεραγορών, όπως για παράδειγμα τ’ αγγουράκια χωραφιού να τιμώνται από ένα μέχρι και τρία ευρώ το κιλό, ντομάτες από δύο μέχρι και τρία ευρώ το κιλό, κολοκυθάκια δύο ευρώ το κιλό. Τα μήλα πωλούνταν προς ένα ευρώ το κιλό, τα ροδάκινα προς δύο μέχρι τρία ευρώ, το λουβί γύρω στο ένα ευρώ και τα φασολάκια μέχρι και δύο ευρώ το κιλό. Το ακριβότερο γεωργικό προϊόν ήταν τα φασόλια ξεκούνια, τα οποία πωλούνταν μέχρι και επτά με οκτώ ευρώ το κιλό και όταν ρωτήσαμε το γιατί, τότε, πρόθυμα, παραγωγός-λιανοπωλητής που τα είχε στον πάγκο του μας εξήγησε ότι ήταν λόγω της μειωμένης παραγωγής από την έλλειψη νερού που χρειάζεται για το πότισμά τους. Χαρακτηριστικό του οδοιπορικού μας στη λαϊκή αγορά του «ΟΧΙ» είναι ακόμα ότι πολλοί ηλικιωμένοι δεν έχουν συνειδητοποιήσει πως οι τιμές είναι σε ευρώ κι εξακολουθούν να τις υπολογίζουν σε λίρες, με αποτέλεσμα να τους φαίνονται ψηλές.

Στην αγορά Αγίου Αντωνίου
Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας στο πλαίσιο της έρευνάς μας, επισκεφθήκαμε και τη Δημοτική Αγορά του Αγίου Αντωνίου, η οποία, όπως διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι, άρχισε να αποκτά κάποιαν από την παλιά κινητικότητά της, με τον κόσμο να επιστρέφει στις παλιές του συνήθειες, κυρίως οι ηλικιωμένοι και οι συνταξιούχοι. Το ίδιο χαμηλές και συμφέρουσες ήταν κι εκεί οι τιμές όπως και στη λαϊκή αγορά του «ΟΧΙ» και ακόμα καλύτερες στα προσφερόμενα προϊόντα. Οι λιγοστοί πελάτες -που μέχρι πριν από λίγα χρόνια επισκέπτονταν την παραδοσιακή και γραφική κατά τα άλλα Δημοτική Αγορά του Αγίου Αντωνίου, αφού τα εντός αυτής καταστήματα θυμίζουν τα παλιά παραδοσιακά μπακάλικα της γειτονιάς- άρχισαν χρόνο με το χρόνο να αυξάνονται μετά και τις υποσχέσεις της Δημάρχου Λευκωσίας Ελένης Μαύρου ότι σύντομα η Δημοτική Αγορά Αγίου Αντωνίου θα αναβαθμιστεί.

«Άμυνα για το πορτοφόλι μας»
ΜΠΟΡΕΙ οι παραγωγοί-λιανοπωλητές στις λαϊκές αγορές να μην είναι ικανοποιημένοι από τις τιμές που πωλούνται τα προϊόντα τους, ωστόσο, οι ίδιοι οι καταναλωτές, όπως μας δήλωσαν, έχουν κάποιο όφελος από λαϊκές αγορές, οι οποίες μάλιστα, όπως μας είπαν χαρακτηριστικά, «αποτελούν άμυνα» για το πορτοφόλι τους, το οποίο επηρεάζεται θετικά και ότι βγαίνουν κερδισμένοι από τις αγορές που πραγματοποιούν στις λαϊκές αγορές. Ωστόσο, όπως μας είπαν, «αγοράζουμε προσεχτικά και τα απαραίτητα για να ικανοποιήσουμε τις οικογενειακές ανάγκες». Πράγματι, οι τιμές στις λαϊκές αγορές διαφέρουν από αυτές των υπεραγορών και αυτό είναι κοινή διαπίστωση όλων. «Στη λαϊκή, τα προϊόντα είναι πάντα φρέσκα και καλύτερα ποιοτικά, ειδικά το πρωί» μας είπε άλλος καταναλωτής, ο οποίος δήλωσε ικανοποιημένος από τη λειτουργία των λαϊκών αγορών, από τις οποίες συνηθίζει να ψωνίζει κάθε Τετάρτη και Σάββατο «όπως τις παλιές καλές εποχές», όπως μας ανέφερε χαρακτηριστικά.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Top